Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

Πολεμώντας χωρίς αύριο: Η αληθινή ιστορία των Άδοξων Μπάσταρδων, part 1



Η διαδεδομένη αντίληψη πως οι εβραϊκοί πληθυσμοί της Ευρώπης οδηγήθηκαν τυφλά και υπάκουα σαν «πρόβατα επί σφαγή» στα χιτλερικά στρατόπεδα εξόντωσης δεν αντιστοιχεί απόλυτα στην ιστορική πραγματικότητα. Η βαρύτητα του Ολοκαυτώματος στην ιστοριογραφία, τη συλλογική μνήμη και το δημόσιο λόγο, μοιραία υποφωτίζει το γεγονός πως εκατοντάδες χιλιάδες Εβραίοι αντιστάθηκαν δυναμικά και πολύμορφα στην χιτλερική γενοκτονία. Αποτελώντας κύριο στόχο των ναζιστικών διώξεων, η υποστήριξή τους από τα εθνικοαπλευθερωτικά κινήματα όλων των κατεχόμενων χωρών ήταν μεγάλη και η συμμετοχή τους σε αυτά μαζική.
Στη Γαλλία, ήδη από το φθινόπωρο του 1941, το κομμουνιστικό κόμμα (PCF) στρατολόγησε πολλούς νεαρούς Εβραίους για τις ομάδες που θα πραγματοποιούσαν βομβιστικές ενέργειες εναντίον γερμανικών στόχων και δολοφονίες Γερμανών στρατιωτικών. Οι περισσότεροι ήταν μετανάστες από άλλες χώρες. Μετά τους πρώτους εκτοπισμούς (Απρίλιος 1942), η συμμετοχή έγινε μαζικότερη και πιο συστηματική, μέσα από τις γραμμές του FTP-MOI (Francs-Tireurs et Partisans / Main doeuvre immigree), της ειδικής οργάνωσης που συντόνιζε ένοπλα τμήματα στα κατεχόμενα αστικά κέντρα (Παρίσι, Λυών, Μασσαλία, Τουλούζη). «Αυτοί οι νεαροί Εβραίοι», που είχαν πυκνώσει τις γραμμές του PCF, «βρίσκονταν ήδη σε επαναστατική κατάσταση, περισσότερο ή λιγότερο στην παρανομία. Τουλάχιστον κάποιος συγγενής ή ολόκληρη η οικογένειά τους είχε συλληφθεί, και είχαν σίγουρα πολύ περισσότερο μίσος από οποιονδήποτε για τους εχθρούς, είτε επρόκειτο για Γερμανούς είτε για «collabo». Γνώριζαν πολύ καλά τι τους περίμενε σε περίπτωση σύλληψης και, με απλά λόγια, δεν είχαν τίποτε να χάσουν[1]. Στη μεγάλη λίστα των μαρτύρων της γαλλικής αντίστασης ξεχωρίζουν τα εβραϊκά ονόματα αυτών των παράτολμων ανταρτών πόλης, όπως του Πολωνοεβραίου Marcel (Mendel) Langer που εκτελέστηκε από τους Γερμανούς στις φυλακές του Saint-Denis στην Τουλούζη, τους Emile Bertrand και Simon Frid, μαχητές της ομάδας «Καρμανιόλα» στη Λυών οι οποίοι κατέληξαν στην γκιλοτίνα στις 2 Νοεμβρίου και 4 Δεκεμβρίου 1943 αντίστοιχα. Ξεχωρίζουν επίσης τα 10 μέλη της δραστήριας ένοπλης ομάδας του FTP-MOI στο Παρίσι που εκτελέστηκαν μαζί με τον αρχηγό τους, Μissak Manouchian στις 21 Φεβρουαρίου 1944 και έγιναν σύμβολο της αντισημιτικής προπαγάνδας των Ναζί και των Γάλλων δοσιλόγων ως «αρχιτρομοκράτες» και «μέλη της στρατιάς του εγκλήματος».  
Καλύτερη απόδειξη πως στον αντίποδα της υποταγής στους Ναζί υπήρχε η επιλογή της μάχης ήταν το Γκέττο της Βαρσοβίας τον Απρίλιο του 1943, η εξέγερση στο στρατόπεδο του Σόμπιμπορ (Μάιος 1943) και του Sonderkommando  στο Μπίρκεναου (7 Οκτωβρίου 1944) και φυσικά οι δεκάδες χιλιάδες Εβραίοι που πολέμησαν στους παρτιζάνικους στρατούς της Σοβιετικής Ένωσης, της Λευκορωσίας, της Ουκρανίας, της Λιθουανίας, της Πολωνίας, της Γιουγκοσλαβίας, της Βουλγαρίας και της Ελλάδας. Στη Γιουγκοσλαβία, 4.572 άνδρες και γυναίκες εντάχθηκαν στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο και τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό (Παρτιζάνοι) του Τίτο, αριθμός που αντιστοιχεί στο 7% του προπολεμικού εβραϊκού πληθυσμού της χώρας[2]. Ακόμα και στη Βουλγαρία, τη μόνη χώρα που οι Εβραίοι τελούσαν υπό επίσημη κρατική «προστασία» και δεν κινδύνευαν με εκτοπισμό, το ποσοστό συμμετοχής στην Αντίσταση ήταν αναλογικά αρκετά υψηλό. Σε απόλυτους αριθμούς, 460 Βούλγαροι Εβραίοι καταδικάστηκαν για τη συμμετοχή τους στην κομμουνιστική αντίσταση της χώρας –29 από αυτούς σε θάνατο–, ενώ, από τους 260 που υπολογίζεται ότι πολέμησαν ως αντάρτες, οι 125 σκοτώθηκαν σε μάχες[3]. Στους νεκρούς συγκαταλέγονταν μορφές που θεωρούνταν για δεκαετίες εθνικοί ήρωες στη Λαϊκή Δημοκρατία της Βουλγαρίας λόγω της ενεργούς συμμετοχής των στο Κομμουνιστικό Κόμμα και στη Νεολαία, όπως ο πρωτοπόρος Leon Tadger, δραπέτης στρατοπέδου εργασίας που εκτελέστηκε στις 17 Νοεμβρίου 1941 για σαμποτάζ, ο Emil Shekerdjiysky, στέλεχος της νεολαίας και πολιτικός κομισάριος του παρτιζάνικου αποσπάσματος «Dragovishtitza» που σκοτώθηκε στις 3 Αυγούστου 1944 σε μάχη με τη χωροφυλακή, η Violetta Yakova και πολλοί άλλοι.[4]
Πρωτογενές κίνητρο για την ένταξη στην Αντίσταση ήταν το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Εξίσου σημαντική ήταν η διάθεση για εκδίκηση. Διάθεση γεννημένη μέσα σε συνθήκες ακραίας φυσικής και ψυχικής καταπίεσης. Η οδυνηρή αλήθεια για την τραγική μοίρα των ομοθρήσκων –γειτόνων, φίλων και συγγενών– στα στρατόπεδα εξόντωσης ήταν η καθοριστική στιγμή που θα οδηγούσε στη μοιρολατρία (τους περισσότερους), στην αυτοκτονία ορισμένους αλλά και αρκετούς στην εξέγερση. Ένας Πολωνοεβραίος που συμμετείχε στην εξέγερση στο στρατόπεδο του Sobibor, θυμάται τη στιγμή που όλα του τα συναισθήματα συμπήχθηκαν σε οργή για τους διώκτες του: «Μιας και έμοιαζε ευχαριστημένος από την εργασία μου, μια μέρα ρώτησα το Βάγκνερ (σ.σ. βοηθός του διοικητή του στρατοπέδου) αν υπάρχουν νέα για τους δικούς μου. Μου απάντησε ευγενικά πως ήταν καλά και θα τους συναντούσα σύντομα...Στις 18 Μαΐου, μια [εβδομάδα μετά την άφιξή μου στο στρατόπεδο], ένας φίλος μου έστειλε ένα σημείωμα: «Πες ένα kaddish για τους δικούς σου, είναι νεκροί». Από εκείνη την ημέρα δε ζούσα παρά για να εκδικηθώ…»[5]




[1] Claude Collin, Carmagnole et Liberté. Les étrangers dans la Résistance en Rhône-Alpes. Presses Universitaires de Grenoble, 2000, σ. 27.
[2] Jews in Yugoslavia. Muzejski proctor, Jezuitski trg. 4, Ζάγκρεμπ 1989, σ. 119.
[3] Saving of the Jews in Bulgaria 1941-1944. State Publishing House “Septemvri”, Sofia, 1977 [κατάλογος ομώνυμης έκθεσης, χωρίς αρίθμηση σελίδων].
[4] Στο ίδιο.
[5] Μαρτυρία Stanislaw Szmajner. Στο: Novitch Miriam, Sobibor. Martyre et Revolte. Centre de Publication Asie orientale. Universite Paris 7, 1978, 5 

Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη


Τη σκότωνα. Ξανά και ξανά.
Ήθελα να τη βλέπω να ανασταίνεται όλο και πιο δυνατή.
Να πατάει στα πόδια της.
Να την αξίζω.
Και να με χωρέσει.
Μοντέλο του έρωτά μου η προλεταριακή επανάσταση. Αυτή που συνεχώς αμφισβητεί τον ίδιο της τον εαυτό. Που αναστοχάζεται ως προς τους στόχους τους βάζοντας εμπόδια στο δρόμο της. Να οξύνεται η επαγρύπνηση και να ακονίζεται η γκιλοτίνα. Τίποτα άλλο δεν έχει σημασία.

Λιγοστεύω. Έτσι πρέπει.
Στρατός. Φυλάξου απ' το στρατό.

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

Συναγωνιστής Βιτάλ

Ήταν από τους ρωμαλέους. Στο σώμα και την ψυχή. Αλλιώς δεν θα είχε επιβιώσει από τα χιόνια και τις σφαίρες του μετώπου, τη συγκέντρωση στην πλατεία Ελευθερίας, τα καταναγκαστικά έργα στο Γιδά και στο Σέδες. Ήταν Μάρτης του 1943, λίγες μέρες προτού οι Γερμανοί φορτώσουν την οικογένειά του στα τρένα του θανάτου, με το εισιτήριο χωρίς επιστροφή στο χέρι. Εκείνος, τρελός από τον πόνο, θα έβρισκε παρηγοριά σε μια άλλη, στοργική οικογένεια. Κι ένα ταξίδι εσωτερικό, βαθύ σαν την Opus 2 του Σκριάμπιν που λάτρευε. Εκεί, πάνω από το ραψανιώτικο, τα δάκρυα των Εβραίων μεταμορφώνονταν σε σφαίρες, δίκαια πληρωμή για τους σιχαμένους φονιάδες. Επί δύο σχεδόν χρόνια, η επίλεκτη Διλοχία Μηχανικού στον Όλυμπο -ίσως η καλύτερη μονάδα του Λαϊκού Στρατού- ρήμαζε τα γερμανικά τρένα και τις εφοδιοπομπές του κατακτητή στα Τέμπη. Ήξεραν απέξω κι ανακατωτά τα σήματα βραδυπορείας, τα σινιάλα των μηχανοδηγών, σε ποια τραβέρσα θα φυτευτεί το ΤΝΤ, πώς δουλεύονται τα πλαστικά και οι μαγνητικές χελώνες, πώς χρησιμοποιείς τα μολύβια χρόνου. Τσακώνονταν μεταξύ τους στο ποιος θα αποσυναρμολογήσει γρηγορότερα τα όπλα, φιλονικούσαν για το ποιος θα βάλει το βραδύκαυστο φιτίλι, μετρώντας τα ελάχιστα δευτερόλεπτα προτού πηδήξει πίσω από το βράχο. Παιδιά από διαφορετικές μανάδες, διαφορετικούς πατέρες και τόπους, αδέλφια που μοιράστηκαν αίμα και πολυβόλο, το ψωμί της στέρησης, τα βάσανα των χωρικών και τις κραυγές της εκδίκησης. Όταν η σάλπιγγα σήμανε το τελευταίο σιωπητήριο, η οικογένεια είχε ξεριζώσει με αβάσταχτο πόνο, από το σώμα της, 42 από τα καλύτερα παιδιά της, θυσία κι ολοκαύτωμα στον αγώνα εναντίον των δυνάμεων του σκότους. Κι ο Βιτάλ Αελιών, μαζί με τον Εσδρά Μωυσή, τα εβραιόπουλα της Διλοχίας, θα κρατούσαν για πάντα στην ψυχή τους το αντάρτικο. Εκεί που είδαν να πραγματώνεται το όραμα των ανθρώπων για έναν κόσμο χωρίς διακρίσεις, προκαταλήψεις και διαχωρισμούς. Έμελλε να μείνουν μέχρι το τέλος της ζωής τους πιστοί στο μοναδικό Κόμμα που εκείνους τους εφιαλτικούς καιρούς έδωσε χέρι και πλάτη στους Εβραίους και όλους τους κατατρεγμένους της γης. Απονέμοντάς τους τον ανώτατο τίτλο τιμής στην ελληνική γλώσσα: Συναγωνιστής.  



Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

Which side are you on?


Don't scare for the bosses 
don't listen to their lies 
Poor folkes ain't stand a chance
unless they organize

Στις 9 Σεπτεμβρίου 1942, η Διοικητική Επιτροπή του Συλλόγου των υπαλλήλων στην Εθνική Τράπεζα αποφάσιζε τη συμμετοχή του συλλόγου στη μεγάλη υπαλληλική απεργία που είχε εξαγγείλει το ΕΑΜ με αιτήματα τη βελτίωση της επισιτιστικής κατάστασης, την χορήγηση συσσιτίων και την παροχή αδειών για σύγκληση γενικών συνελεύσεων και αντιπροσώπευση των εργαζομένων στη διοίκηση των επιχειρήσεων. Το πρωινό της 8ης Σεπτεμβρίου, εν μέσω Κατοχής, στο κεντρικό κτίριο της ΕΤΕ μοιράστηκε το παρακάτω κείμενο της κεντρικής απεργιακής επιτροπής, γραμμένο σε μια διακριτική καθαρεύουσα που μάλλον αδυνατεί να καμουφλάρει το πάθος των συντακτών του: "Συνάδελφοι, έφθασε η στιγμή των θαρραλέων διεκδικήσεων για τον αγώνα του ψωμιού. Ο εργαζόμενος ελληνικός λαός διεκδικεί με ομαδικάς απεργίας τα άλυτα αιτήματά του. Η απεργιακή επιτροπή των υπαλλήλων της ΕΤΕ σας καλεί για την ηρωική διεκδίκησι των αιτημάτων σας. Αλληλέγγυοι με τους συναδέλφους των άλλων Τραπεζών με πρωτοπόρον την Αγροτικήν, αλληλέγγυοι με τις εργαζόμενες μάζες των ελλήνων
ΣΑΣ ΚΑΛΟΥΜΕΝ. Άυριον να κατεβήτε στην απεργία μας. Κάθε διάσπασις θα αποτελέση προδοσίαν κατά του ελληνικού λαού, θα θεωρηθή λιποταξία ενός εθνικού αγώνος. ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΣ, ΖΗΤΩ Η ΑΠΕΡΓΙΑ". 
Ακολούθησαν ασθμαίνοντας οι απεργοσπάστες, το κείμενο σχεδόν καθ' υπαγόρευση της διοίκησης: "Είμεθα η προσφερόμενη ως θυσία γενεά, η γενεά της λύτρωσης από πολλών πλανών, προλήψεων, πιέσεων. Αισθανόμενοι, ως άνθρωποι, ως μέλη της ολότητος των συναδέλφων μας ότι κάτι ξεσκίζει την λεπτότητα της ψυχής μας. Είμεθα εις μίαν των μεγάλων καμπών της ιστορίας, πραγματοποιούμεν με δάκρυα, θυσίας, πόθους, τας κοινωνικάς μεταμορφώσεις εξ ων θα γεννηθή ο νέος κόσμος, με την εργασίαν δεσπόζουσαν. Δι ημάς δόγματα: ΤΑ ΗΘΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΑΝΩΤΕΡΑ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ευθεία θέλησις, σταθερά θέλησις, δικαιοσύνη, όχι αδικία. Το καλόν ουχί το κακόν. ΕΙΡΗΝΗ, ΤΑΞΙΣ, ΕΝΩΣΙΣ".



Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2012

Ο Δεκέμβρης του '44 από τους Βρετανούς στρατιώτες


Από ελευθερωτές της Ελλάδας, οι Βρετανοί έγιναν σε λίγες μέρες πολέμιοι του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ με το οποίο συμπολέμησαν κατά των Γερμανών. Χρησιμοποιώντας όρους όπως «συμμορίτες», «χούλιγκανς» και «ληστές» στις περιγραφές τους, οι απλοί στρατιώτες αποκαλύπτουν άθελά τους τη βαθιά σύγχυση της σύγκρουσης αλλά και την οπτική ενός στρατού που κλήθηκε να παίξει έναν μάλλον αποικιοκρατικό ρόλο σε μια σύμμαχη χώρα.     
Τη στιγμή που το πλήθος της διαδήλωσης έμπαινε στην πλατεία Συντάγματος και άρχισαν τα πρώτα πυρά, ο συνταγματάρχης Charles E. Firth, επικεφαλής της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής στην Ελλάδα βρισκόταν για υπηρεσιακούς λόγους καθ’ οδόν για την έδρα του ΓΕΣ, απέναντι από την Πύλη του Αδριανού. Θυμάται: «Έπρεπε να διασχίσουμε την Πλατεία Συντάγματος και καθώς πλησιάσαμε είδαμε ένα μεγάλο πλήθος παρευρισκόμενων από τη μία πλευρά πίσω από το διπλό φραγμό της αστυνομίας. Τότε έγινε μια οχλαγωγία από την άλλη μεριά και εμφανίστηκε ένας τεράστιος όγκος διαδηλωτών που κρατούσε λάβαρα, ύψωνε τις γροθιές σε χαιρετισμό και φώναζε συνθήματα. Αρχίσαμε να περπατάμε ανάμεσα στις δύο γραμμές των αστυνομικών που απλώνονταν στα δεξιά της πλατείας. Όταν φτάσαμε σε απόσταση περίπου 20 γιάρδες, ακούστηκαν δυο ή τρεις πυροβολισμοί και το πλήθος έπεσε στο έδαφος. Εκείνη τη στιγμή ξέσπασαν πυρά γύρω από όλη την πλατεία και κυρίως από την πλευρά της αστυνομίας. Συνεχίσαμε το δρόμο μας. Ήταν ένα τόσο γιγαντιαίο πλήθος που θα μπορούσε να είχε σαρώσει τις δύο γραμμές των αστυνομικών. Οι πρώτοι πυροβολισμοί ακούστηκαν από πίσω μας και θυμάμαι πολύ καθαρά πως στεκόμασταν πίσω από τις αστυνομικές γραμμές. Ήταν μεμονωμένοι πυροβολισμοί. Όταν σταμάτησαν τα πυρά, οργανωμένες μάζες διαδηλωτών κατέκλυσαν τους κάθετους δρόμους σαν να ήταν ήδη προετοιμασμένοι για αυτό».
Οι Βρετανοί δεν περίμεναν απευθείας επίθεση για να επέμβουν στον ελληνικό εμφύλιο που ξεσπούσε γύρω τους. Ο ταγματάρχης Godfrey Walker του Συντάγματος Leicestershire (Λέστερσάιρ) βετεράνος του Ελ Αλαμέιν και του Άντζιο ήταν ο πρώτος που με ένα λόχο και συνοδεία έναν συνταγματάρχη του πυροβολικού επιχείρησε να άρει την πολιορκία των αστυνομικών τμημάτων το πρώτο βράδυ (3 Δεκεμβρίου). Η πρώτη τους στάση ήταν σε ένα κατειλημμένο αστυνομικό οίκημα επί της Πειραιώς και ο Walker θυμάται με αίσθηση γελοίου που απέπνεαν οι διαπραγματεύσεις με τους ΕΛΑΣίτες: «Τα δόντια του [Έλληνα] διερμηνέα μας χτυπούσαν νευρικά και το βρετανικό κράνος που φορούσε στο κεφάλι του ανεβοκατέβαινε με τρέμουλο…Σκέφτηκα ότι σαν Έλληνας, καταλάβαινε περισσότερα για την κατάσταση από ό,τι εγώ…». Το τμήμα εκκενώθηκε αναίμακτα. Το δεύτερο, ένα από τα κεντρικά αστυνομικά τμήματα του Πειραιά, αποδείχθηκε δυσκολότερη υπόθεση. Ανεβαίνοντας μαζί με το διερμηνέα την εξωτερική σκάλα, συναντήθηκε στο κεφαλόσκαλο με τον αρχηγό των ανταρτών, «έναν ψηλό άντρα με χαρακτηριστικό γερμανικό κράνος, τόσο φορτωμένος με σφαίρες και όπλα που μου θύμισε μιούζικαλ με μεξικάνους ληστές…Αμέσως του είπα τα συνηθισμένα με ευγενικό τρόπο: «Θα πρέπει να εκκενώσετε το κτίριο παιδιά». Ο αντάρτης μουρμούρισε κάτι αυστηρά. Ρώτησα το διερμηνέα τι είπε. «Αν κάνεις μια κίνηση, θα σε πυροβολήσω». Πρόσεξα τότε ότι μια ντουζίνα γερμανικά τουφέκια με σημάδευαν από διάφορα σημεία…Οι συζητήσεις κράτησαν αρκετή ώρα και τελικά καταλήξαμε σε συμβιβασμό: οι αντάρτες παρέμειναν, μαζί με μια διμοιρία Βρετανών». Το γεγονός πως οι ΕΛΑΣίτες δεν είχαν εντολές να εμπλακούν σε μάχη με  Βρετανούς διευκόλυνε για τους δεύτερους την κατάσταση. Το 2ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ που θα έπαιζε σημαντικό ρόλο στις μάχες, αφοπλίστηκε από το 6ο Τάγμα Αλεξιπτωτιστών στο Ψυχικό χωρίς να πέσει ούτε ένας πυροβολισμός. Όταν οι 800 πάνοπλοι και εμπειροπόλεμοι αντάρτες του βουνού βρέθηκαν κυκλωμένοι από βρετανικές ξιφολόγχες έριξαν τα όπλα τους γιατί δεν είχαν εντολή να κάνουν το αντίθετο.                  
Οι Βρετανοί ουσιαστικά δεν έγιναν του ΕΛΑΣ στόχος παρά μετά την τρίτη μέρα των συγκρούσεων. Παρόλα αυτά ήταν από την πρώτη στιγμή πρωταγωνιστές καθώς βρέθηκαν ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά, όταν τις πρώτες μέρες ο ΕΛΑΣ πολιορκούσε αστυνομικά τμήματα, δημόσια κτίρια ή έλυνε τις διαφορές του με την Χωροφυλακή και τους Χίτες. Ο ναύτης William Hough (Γούλιαμ Χάου) που υπηρετούσε σε ένα από τα πολεμικά (ML 864) στο λιμάνι του Πειραιά τη νύχτα της 3ης Δεκεμβρίου, βγήκε από το πλοίο με εντολή να φτάσει στο σταθμό του Ηλεκτρικού. «Οι δρόμοι ήταν τελείως έρημοι. Ξαφνικά μπροστά μου άκουσα έναν πυροβολισμό, τον οποίο σύντομα διαδέχθηκαν ριπές πολυβόλων. Είχα βρεθεί σε διασταυρούμενα πυρά. Επέστρεψα αμέσως στο πλοίο περνώντας πάνω από πτώματα στους δρόμους». Στις 5 Δεκεμβρίου στον Πειραιά το ολιγάριθμο Απόσπασμα Μπράντφηλντ (Bradfield) αποτελούμενο από ναύτες και πεζοναύτες βρέθηκε πολιορκημένο από τον ΕΛΑΣ σε διάφορα κτίρια, όπως τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, στο Χατζηκυριάκειο, όπου συστεγάζονταν τα αρχηγεία του Βρετανικού και Ελληνικού Στόλου και σε ένα σταθμό ασυρμάτου στο Φάληρο. Οι ναύτες είχαν λάβει τυφέκια και εντολές να βοηθήσουν τα αστυνομικά τμήματα. «Ριπές αυτομάτων και πυρά ελεύθερων σκοπευτών άρχισαν. Έπρεπε να υποχωρήσουμε σε ένα κτίριο στην αποβάθρα για να αμυνθούμε» (John Alderman-Τζων Αλντερμαν). Τα πληρώματα των πλοίων στο Φάληρο αντάλλαζαν κάθε τόσο πυρά με τους ΕΛΑΣίτες που προσπαθούσαν να οχυρώσουν το λόφο της Καστέλλας. «Μια σφαίρα μεγάλου διαμετρήματος τρύπησε το παραπέτασμα του αντιαεροπορικού Bofors που χειριζόμουν αστοχώντας για λίγο την ασφάλεια. Οι εντολές μας ήταν να μην ανταποδίδουμε πυρά αλλά είδα ένα συνάδελφο που υπηρετούσε σκοπός να πολυβολεί μανιασμένα τις θέσεις του ΕΛΑΣ» (Geoffrey Fletcher, ναρκαλιευτικό HMML 865). 
Χωρίς αρκετές εφεδρείες, πολλές ελπίδες στηρίζονταν στην εμπλοκή της αεροπορίας. Η περίφημη RAF ήταν το πιο ισχυρό όπλο εναντίον των ανταρτών του  ΕΛΑΣ που βρίσκονταν απελπιστικά εκτεθειμένοι από αέρος. Ο Donald Kellond από το Westbury, πιλότος ενός Beaufighter, θυμόταν μια «έξοδο» από το αεροδρόμιο του Καλαμακίου: «Εντοπίσαμε το στόχο μας, μια μεγάλη απομονωμένη μονοκατοικία με κήπο. Καθώς εφορμήσαμε κάθετα, μπόρεσα να διακρίνω έναν άνδρα να μας πυροβολεί με πολυβόλο από την ταράτσα. Έφυγαν οι ρουκέτες και νιώσαμε απότομα την εκπομπή των προωθητικών αερίων. Όταν απογειωθήκαμε ξανά και κάναμε το δεύτερο γύρο για μια ακόμα επίθεση, στην ταράτσα υπήρχε μια τεράστια τρύπα. Μετά την προσγείωση παρατηρήσαμε τρύπες στο ντεπόζιτο». Όλοι οι ιπτάμενοι θυμόντουσαν πως, με τη θέα και μόνο των αεροπλάνων, κυριολεκτικά οτιδήποτε μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως όπλο, στρεφόταν προς τον ουρανό και πυροβολούσε, πολλές φορές με επιτυχία.
            Σε δύο ή τρεις περιπτώσεις κατά τη διάρκεια της Μάχης της Αθήνας, οι Βρετανοί έζησαν πραγματικά δύσκολες στιγμές. Η πρώτη από αυτές ήταν όταν ο ΕΛΑΣ επιτέθηκε με ισχυρές δυνάμεις στους στρατώνες των Παραπηγμάτων, όπου έδρευε το Αρχηγείο της 23ης Τεθωρακισμένης Ταξιαρχίας, ο 331ος Λόχος RASC, ο 1238ος Λόχος Μηχανικού, η 463η Πυροβολαρχία και μια διμοιρία όλμων του 11ου Συντάγματος Τυφεκιοφόρων μαζί με σταθμούς διαβιβάσεων, αποθήκες υλικού και πυρομαχικών. Από το βράδυ της προηγούμενης η αεροπορία παρατηρούσε μεγάλες συγκεντρώσεις ανταρτών και θέσεις πυροβόλων στα περίχωρα της πόλης ενώ μονάδες του ΕΛΑΣ από τις ανατολικές συνοικίες που προωθούνταν στο χώρο γύρω από το Στάδιο παρεμποδίστηκαν την τελευταία στιγμή από καταδιωκτικά αεροπλάνα. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ετοιμαζόταν μια μεγάλης κλίμακας επίθεση. Τις πρωινές ώρες της 13ης Δεκεμβρίου, πριν ακόμα ξημερώσει, ξεκίνησε η επίθεση των ανταρτών μετά από ένα μπαράζ όλμων. Συμπτωματικά, εκείνη τη νύχτα έφτανε στους στρατώνες μια φάλαγγα φορτηγών με συνοδεία αλεξιπτωτιστών και Κομμάντος που μετέφερε πυρομαχικά από τους στρατώνες του Ρουφ στα Παραπήγματα για μεγαλύτερη ασφάλεια. Υπεύθυνος φάλαγγας ήταν ο δεκανέας James Rehill: που άφησε μια ολοζώντανη περιγραφή της ολονύχτιας μάχης: «Τα μάτια μας είχαν καρφωθεί στο σκοτεινό δρόμο...Ήταν όλα σιωπηλά σαν τάφος...Οδηγούσαμε σαν σε γουέστερν. Ήταν εφιαλτικά. Βγήκαμε από την ελασιτοκρατούμενη ζώνη και φτάσαμε στην ηρεμία της Πανεπιστημίου [....] Εγώ και ένας από τους Κομμάντος πήγαμε στον αξιωματικό υπηρεσίας του στρατοπέδου ενώ σφαίρες έσκιζαν τον αέρα γύρω και πάνω από τα κεφάλια μας. Ο Κομμάντο παρατήρησε πως βρισκόμασταν σε διασταυρούμενα πυρά. Ξαφνικά ακούστηκε μια δυνατή έκρηξη, ένας ήχος από τζάμια που πέφτουν και μια κάπως αστεία φωνή: «Επιλοχία! Επιλοχία!». Ήταν ο σκοπός που βρισκόταν 50 γιάρδες μακριά. Τότε όλη η κόλαση ελευθερώθηκε...Εκρήξεις, πυροβολισμοί παντού! Φτάσαμε με δυσκολία πίσω στα φορτηγά για να αμυνθούμε και αναρωτήθηκα στιγμιαία αν θα με περνούσαν στρατοδικείο σε περίπτωση που χρησιμοποιούσα χωρίς διαταγή κάποιες από τις χειροβομβίδες που μεταφέραμε...Η επίθεση δυνάμωνε. Φαίνεται πως υπήρχαν ισχυρές δυνάμεις [ανταρτών] στα αριστερά των στρατώνων και σε υπερυψωμένο έδαφος αφού όλο το μέρος έμοιαζε να είναι σε μια πλαγιά. Βρισκόμασταν πίσω από ένα χαμηλό τοίχο με σιλουέτες κτιρίων μπροστά. Στα δεξιά μας ήταν ένα μικρό δρομάκι σα δίοδος. Τροχιοδεικτικά πυρά έβγαιναν από ένα υπερυψωμένο πολυβόλο αλλά καρφώνονταν στο μαλακό έδαφος μακριά μας. Στο στενό δρομάκι ακούγονταν εκρήξεις που πρέπει να προέρχονταν από ιταλικές αμυντικές χειροβομβίδες. Κάποια στιγμή νόμιζα ότι είδα σκιές να προχωρούν και έριξα με το αυτόματό μου. Υποχώρησαν...Κοιτώντας στα δεξιά, προς τον εχθρό, κι άλλες εκκωφαντικές εκρήξεις. Φαίνεται πως είχαν καταφέρει να διεισδύσουν από εκείνο το σημείο. Ήμασταν πλέον στο μέσο μιας μεγάλης επίθεσης και εγώ ήμουν ακόμη υπεύθυνος  εφτά φορτηγών με πολύτιμα πυρομαχικά...Εκρήξεις συνεχίζονταν. Ένα αεροπλάνο έριξε φωτιστικές φωτοβολίδες με αλεξίπτωτα. Τότε είδα ανθρώπους που έτρεχαν και πυροβολούσαν, έμοιαζαν με λάμψεις, σα να βγήκαν από πίνακα του Γουσταύου Ντορέ. Είδα ένα κορίτσι με γούνα και αντάρτικο δίκοχο να κατεβαίνει την πλαγιά κρατώντας μια ξύλινη γερμανική χειροβομβίδα. Πρέπει να χτυπήθηκε γιατί συνέχισε την κατάβασή της με την πλάτη και με μια κέρινη έκφραση στο πρόσωπο πριν η χειροβομβίδα σκάσει στα χέρια της. Έκρυψα το πρόσωπό μου για να μη βλέπω το θέαμα...Τα ρούχα της έγιναν ένας ματωμένος σωρός χωρίς σχήμα. Ένας στρατιώτης έβγαζε κραυγές πόνου. Το χέρι του είχε κοπεί από τον καρπό. Η φωνή ενός Ινδού στρατιώτη –δε μπορούσες να μπερδέψεις την προφορά– καλούσε τους αντάρτες «Σταμάτα Τζώννυ! Σταμάτα Τζώνυ!» και ταυτόχρονα πυροβολούσε. Αντιλήφθηκα ανθρώπους πίσω μου και μια φωνή στα αγγλικά: «Φίλοι είναι. Έλληνες αστυνομικοί, άστους να περάσουν». Ήταν μια ομάδα με ελληνικά κράνη, χιτώνια και περικνημίδες. Πέρασαν αμίλητοι και εξαφανίστηκαν στα δεξιά. Σαράντα γιάρδες μακριά μας, ένα φορτηγό τυλίχτηκε στις φλόγες και χάθηκε μέσα σε μια έκρηξη καθώς τα πυρομαχικά ανατινάχτηκαν. Ο οπλίτης White, που είχε βγει να επιθεωρήσει την κατάσταση στο δρόμο, γύρισε λέγοντας: «Ένας καημένος έχασε το χέρι του...Τους σφυροκοπούν εκεί έξω!».
Οι Βρετανοί είχαν υπερφαλαγγιστεί. Ήδη στις 04.00, αντάρτες είχαν ανατινάξει τον ύψους 6 μέτρων περίβολο,  είχαν εισβάλλει στο στρατόπεδο και πολιορκούσαν μανιασμένα τους θαλάμους. Ο λοχίας George Valentine, που βρισκόταν σε ένα από τα κτίρια του στρατοπέδου, θυμάται τη μάχη σώμα με σώμα: «Στο θάλαμο μου ήμασταν 21 με τρία πολυβόλα Bren και 18 Τόμμυγκαν. Σύντομα η καλύβα έγινε μια φλεγόμενη κόλαση...Κρατήσαμε ως τις 5.30 σκοτώνοντας όσους προσπαθούσαν να περάσουν την πόρτα. Χειροβομβίδες έπεφταν μέσα αφήνοντας νεκρούς και τραυματίες. Έριχνα με το Τομμυγκαν μου μέσα από τις τρύπες του τοίχου και πρόσεξα ότι οι συμμορίτες έστηναν όλμους και μας φώναζαν σε σπασμένα αγγλικά να παραδοθούμε...Ο διμοιρίτης συμφώνησε. Φώναξα στα ελληνικά: «Εντάξει»...Ήταν ταπεινωτικό. Αρκετοί από αυτούς ήταν γυναίκες και μας αφαιρούσαν στολές και κράνη» Οι αιχμάλωτοι οδηγούνταν ομαδικά μέσα από την τρύπα του περιμετρικού τοίχου στις ταράτσες παρακείμενων κτιρίων και από κει στις ανατολικές συνοικίες με σκοπό να προωθηθούν στο βουνό. Εν τω μεταξύ, η μάχη συνεχιζόταν ως το ξημέρωμα. Ο Rehill βρισκόταν ακόμα με τους άνδρες του στο ίδιο σημείο: «Καθώς άρχισε να χαράζει, μπόρεσα να διακρίνω στο γκρίζο πρωινό φως το λόφο απέναντί μας. Εκατοντάδες άνθρωποι φορώντας κάθε είδους στολή, άλλοι ανέβαιναν, άλλοι σκαρφάλωναν...Ήταν ο Λυκαβηττός. Ένα αεροπλάνο άνοιξε πυρ με εντυπωσιακό θόρυβο. Το παλικάρι πρέπει να ήταν εκπληκτικός πιλότος για να πετάει με τέτοιο φως και το γρασίδι του λόφου έμοιαζε να καπνίζει σε κάθε εφόρμηση. Οι υποχωρούντες έπεφταν, αναδεύονταν και μπερδεύονταν. Ήταν το σημείο καμπής. Σποραδικοί πυροβολισμοί ακούγονταν μόνο. Είδα ένα ασθενοφόρο που μάζευε τραυματίες από το έδαφος...[Σύρθηκα μέχρι τα] πτώματα που κείτονταν σχεδόν σε μια ευθεία γραμμή, σα να τους είχε σπείρει ένα γιγάντιο χέρι. Ήταν όλοι ΕΛΑΣίτες. Ένα παιδί γύρω στα 16, είχε ένα διαμπερές και στα δύο πόδια και το παντελόνι του ήταν σα να έχει περαστεί με μαύρη βαφή από το ξεραμένο αίμα. Είχε ένα γερμανικό τουφέκι. Του το πήρα. Προσπάθησα να γυρίσω έναν κοντό άντρα ανάσκελα. Φορούσε ένα ιταλικό κράνος και στολή –είχε πάθει ακαμψία. Είχε ένα περίεργο χαμόγελο στο πρόσωπό του. Οι άλλοι ήταν επίσης νεκροί. Δύο είχαν πέσει πάνω σε καμένο πετρέλαιο και είχαν φριχτά εγκαύματα στη μέση, τα πλευρά τους έμοιαζαν με παλιό κιτρινισμένο χαρτί». Η επίθεση τελικά έληξε με την επέμβαση αρμάτων Sherman που άρχισαν να σφυροκοπούν τυφλά τα κτίρια σε όλη τη γύρω περιοχή με οβίδες των 75χιλ. Όταν οι Βρετανοί ανασυντάχθηκαν, διαπίστωσαν πως οι απώλειές τους ήταν περίπου 100 αγνοούμενοι (αιχμάλωτοι), 20 νεκροί και 50 τραυματίες, πολλοί σε μάχες σώμα με σώμα μέσα στα κτίρια...«Κάποια από τα πτώματα των ανταρτών ανήκαν στους «αστυφύλακες» που είχα δει. Ήταν ΕΛΑΣίτες με στολές αστυνομίας για να καταφέρουν να μπουν στους στρατώνες. Άνδρες άρχισαν να μαζεύονται, ευτυχισμένοι που γλίτωσαν από την καταστροφή της νύχτας. Ένας λοχίας σχολίαζε καθώς βγάζαμε καμμένα πτώματα στρατιωτών από ένα διαλυμένο κτίριο: «Κοίτα! Να γλιτώσεις από την Αφρική και την Ιταλία και να πας έτσι...». Μερικοί βρέθηκαν νεκροί στα κρεβάτια τους...» (James Rehill).                   
            Όπως έδειχνε η εμπειρία της μάχης τη νύχτα, ήταν οι αθόρυβες επιθέσεις των ανταρτών που φόβιζαν τους Βρετανούς. Ο οπλίτης James Slater που υπηρετούσε στο Βασιλικό Μηχανικό έδωσε ως εξής την τρομαχτική αίσθηση των νυχτερινών επιχειρήσεων: «Τη νύχτα οι σιωπές ήταν τρομαχτικές. Ξέραμε πως εκεί έξω υπήρχαν άνδρες που καραδοκούσαν, που είχαν όλο το χρόνο στη διάθεσή τους και περνούσαν ανάμεσα από εκπαιδευμένους φρουρούς κα δολοφονούσαν άλλους φρουρούς χωρίς τον παραμικρό ήχο. Αυτός ήταν ο μεγαλύτερος φόβος μας στην υπηρεσία: το μαχαίρι του εκτελεστή. Νιώθαμε σαν ακίνητοι στόχοι για τον αντίπαλο».
Ο εχθρός σε αυτή τη μάχη ήταν αόρατος, μια ασύμμετρη απειλή. Για να μεταφέρουν πυρομαχικά, οι ΕΛΑΣίτες χρησιμοποιούσαν γυναίκες και παιδιά ώστε να ελαχιστοποιήσουν τους κινδύνους έρευνας και ανακάλυψης των υλικών. Με τον ίδιο τρόπο μεταφέρονταν εκρηκτικές ύλες και όπλα μέσα σε εχθρική περιοχή. «Το Αρχηγείο μας ενημέρωσε πως γυναίκες μέλη του ΕΛΑΣ ίσως προσπαθούσαν να μπουν στο αεροδρόμιο του Καλαμακίου κουβαλώντας χειροβομβίδες, πιθανόν μέσα στα παντελόνια ή τις κιλότες τους. Ο επικεφαλής της μοίρας μας κάλεσε τον αξιωματικό πληροφοριών του σμήνους και του ανέφερε την προειδοποίηση. Εκείνος απάντησε: «Μην ανησυχείτε κύριε, αν υπάρχουν βόμβες στις κιλότες, θα τις βρω. Αν ήταν στις τσάντες τους, μπορεί να μου ξέφευγαν αλλά εκεί, όχι!». Ποτέ μου δεν έμαθα αν βρήκαν τίποτε» (Donald Kellond). Πιο τυχερός από τους σμηνίτες του Καλαμακίου βρέθηκε ο οπλίτης Charles McAuley, που υπηρετούσε στο Ψυχικό, κοντά στο Αρχηγείο του Σκόμπι: «Έπρεπε να κάνουμε σωματική έρευνα στους ανθρώπους που έμπαιναν στην ελασιτοκρατούμενη περιοχή. Μια ηλικιωμένη γυναίκα επέμενε ότι στο καλάθι της μετέφερε αυγά μα στην πραγματικότητα κουβαλούσε χειροβομβίδες. Ένα νεαρό κορίτσι περπατούσε κάπως παράξενα και της βρήκαμε από ένα ρεβόλβερ στο κάθε πόδι».
Σε σύγκρουση μέσα σε πόλη, οι θάνατοι αμάχων ήταν το δεδομένο της σύγκρουσης. Τα πληρώματα των αρμάτων είχαν εντολή, όταν δέχονταν πυρά από μπαλκόνια και παράθυρα, να κατεβάζουν τις προσόψεις των κτιρίων με τα πυροβόλα τους χωρίς δισταγμό. Στον Πειραιά, ο οποίος επλήγη από οβίδες περισσότερο από κάθε άλλη περιοχή, οι ναύτες δεν είχαν καμία αυταπάτη για το αποτέλεσμα των βομβαρδισμών και των βολών από τα πλοία που σφυροκοπούσαν το Λόφο της Καστέλλας: «Αρκετοί από μας ήταν διστακτικοί γιατί ξέραμε ότι πολίτες θα βρίσκονταν στη γραμμή του πυρός. Μας υπενθύμισαν πως η φρουρά των Αθηνών κινδύνευε και πως όσοι διάλεγαν να ταχτούν με τον ΕΛΑΣ, ήταν σα να έκαναν την κηδεία τους. Τα βομβαρδιστικά μας έκαναν επίθεση και βλέπαμε ΕΛΑΣίτες να τρέχουν μέσα από τα οχυρά τους…Οι δικές μας βολές που ακολούθησαν ήταν πολύ ακριβείς. Το οχυρό σχεδόν διαλύθηκε. Ο βομβαρδισμός σταμάτησε το σούρουπο. Ήταν πολύ θλιβερό να περιπολείς στο κατάστρωμα και το μόνο που να ακούγεται να είναι ο ήχος γυναικών και παιδιών να θρηνούν» (Geoffrey Fletcher, ναρκαλιευτικό HMML 865).          
            Η μεγαλύτερη ήττα των Βρετανών στη Μάχη της Αθήνας ήταν η κατάληψη του αρχηγείου της RAF στην Κηφισιά. Στα ξενοδοχεία Σέσιλ, Πεντελικόν και Απέργου βρίσκονταν πάνω από 1.000 άνδρες, πιλότοι και προσωπικό εδάφους οι οποίοι έγιναν στόχος επίθεσης τη νύχτα της 18ης Δεκεμβρίου, όταν ισχυρές δυνάμεις της ΙΙ Μεραρχίας και του Εφεδρικού ΕΛΑΣ Κηφισιάς με όλμους και εκρηκτικά επιτέθηκαν στα ξενοδοχεία. Τα δέκα πυροβόλα Bofors που είχαν ταχθεί για άμυνα στον περίβολο δε μπορούσαν να κάνουν τίποτα μπροστά στην ορμητικότητα των επιτιθέμενων. Ανατινάζοντας τους εξωτερικούς τοίχους των κτιρίων, οι ΕΛΑΣίτες εισέβαλλαν στα κτίρια και ακολούθησε μια ακόμη μάχη εκ του συστάδην. «Στο Σέσιλ, κάθε διαθέσιμος όλμος και όπλο συνεισέφερε στο βομβαρδισμό. Καθώς οι εκρήξεις κατάπιναν τους τοίχους και διέλυαν τα τζάμια, οι υπερασπιστές στριμώχτηκαν μέσα στους διαδρόμους για να αμυνθούν. Μασούρια δυναμίτη που πετάγονταν μέσα από τα παράθυρα έσκαγαν με εκκωφαντικό κρότο. Από παντού ξεπηδούσαν φλόγες. Μια θέση πολυβόλου του ΕΛΑΣ χάθηκε μέσα σε ένα σύννεφο σκόνης όταν κατέρρευσε η σκάλα όπου ήταν τοποθετημένο. Ακούστηκε η φωνή από τηλεβόα να θριαμβολογεί και να πλησιάζει. Ένας οπλίτης της RAF πυροβόλησε και τον σώπασε φωνάζοντας: «Είναι κανείς άλλος από σας εκεί έξω; Ελάτε να πάρετε!». Οι αντάρτες άρχισαν να εισβάλλουν στο κτίριο…Η μάχη έληξε. Για πρώτη φορά στην ιστορία της βρετανικής αεροπορίας αιχμαλωτιζόταν ένα ολόκληρο αρχηγείο. Όταν ο εχθρός κατέκλυσε το κτίριο, επικεφαλής ήταν ένας γεροδεμένος άντρας με τεράστια μαύρη γενειάδα γεμάτος περίστροφα και μαχαίρια. Πλησίασε το λοχία Τομ Πέρκινς και τον σημάδεψε με ένα μάουζερ ενώ χαμογελώντας σαρδόνια του είπε στα αγγλικά: «Εξαιρετική μάχη, λοχία, έτσι;». Ο Πέρκινς απέφυγε να του απαντήσει τι ακριβώς σκεφτόταν εκείνη τη στιγμή…». (Henry Maul, Scobie, Hero of Greece. The British Campaign 1944-5. 1975, σ. 187) Περίπου 30 Βρετανοί σκοτώθηκαν στη νυχτερινή μάχη και πάνω από 500 αιχμαλωτίστηκαν. Οι ενισχύσεις έφτασαν πολύ αργά για να κάνουν οτιδήποτε και απλώς περισυνέλλεξαν 100 διασκορπισμένους άνδρες από τους οποίους οι 20 ήταν σοβαρά τραυματισμένοι. Η εγγραφή εκείνης της ημέρας στο ημερολόγιο του Σκόμπι δεν θα μπορούσε να είναι πιο λακωνική: «Αληθινή καταστροφή». Ένας από τους αιχμαλώτους της Κηφισιάς ήταν ο υπαξιωματικός Cecil Robinson, χειριστής ασυρμάτου: «Οι κομμουνιστές δεν είχαν ιδέα τι θα μας έκαναν. Δεν είχαν σταθερή βάση και ο ανεφοδιασμός ήταν πενιχρός. Καθώς οι Βρετανοί προέλαυναν, ο ΕΛΑΣ αποφάσισε να μα εκκενώσει στα βόρεια. Αντί να ακολουθήσουμε όμως παραλιακό δρόμο, από όπου θα ήταν ευάλωτοι σε επίθεση, μας πήγαν από τα κεντρικά βουνά. Πολύ άσχημο έδαφος και άσχημος καιρός. Βαδίζαμε συχνά μέσα σε χιονοθύελλες. Μας ακολουθούσαν όμως Σπίτφαιρς, δείγμα ότι η θέση μας ήταν γνωστή, κάτι που ενοχλούσε τους κομμουνιστές αλλά δε μπορούσαν να κάνουν τίποτα για αυτό. Μας ανέβασαν σε ανοιχτά φορτηγά με θερμοκρασίες κάτω του μηδέν. Έλληνες αιχμάλωτοι που δε μπορούσαν να περπατήσουν ή να ακολουθήσουν εκτελούνταν επί τόπου και τα πτώματά τους αφήνονταν στην άκρη του δρόμου...Οι κομμουνιστές ανάγκαζαν τους κατοίκους των χωριών να μας δίνουν τρόφιμα…Καταλήξαμε στα Τρίκαλα και παρόλο που ήμασταν κρατούμενοι, τα βρετανικά αεροπλάνα μας έκαναν ρίψεις τροφίμων. Κάποια από αυτά μπορέσαμε και τα πήραμε. Την άνοιξη του ΄45 μας αντάλλαξαν και επέστρεψα στην Αγγλία μέσω Ιταλίας. Υπέφερα από βρογχοπνευμονία…». Η συμπεριφορά των ανταρτών και του κόσμου της εαμοκρατούμενης επαρχίας δεν ήταν ασφαλώς ιδιαίτερα φιλική. «Μας πήγαν στην Θήβα. Ένας όχλος ήταν συγκεντρωμένος και μας πετούσαν πέτρες, έλεγαν κατάρες και μας έφτυναν, ενώ οι αντάρτες φρουροί μας, σποραδικά μας χτυπούσαν με τους υποκόπανους φωνάζοντας: «Εγγλέζοι ιμπεριλαιστές, θα πεθάνετε στα βουνά!»…Μας οδήγησαν έπειτα σε ένα κρύο πέτρινο κτίριο και μια ορδή ανταρτών μας έγδυσε στην κυριολεξία αφήνοντάς μας μόνο με χωριάτικα κουρέλια και κάποιους από εμάς με πανιά στα πόδια ή εντελώς ξυπόλητους…» (Ronald Ashby, πιλότος της RAF). Κάποιοι από τους Βρετανούς αιχμαλώτους, άρρωστοι και χωρίς τρόφιμα ή ρούχα θα διένυαν μέχρι και 700 χιλιόμετρα, βαθιά στα βουνά της Κεντρικής Ελλάδας, μέχρι την ανακωχή που θα εξασφάλιζε και την ανταλλαγή τους.  Την τελευταία πράξη σε έναν πόλεμο που όλοι θα προτιμούσαν να ξεχάσουν.     

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

Τα εις εαυτόν....


Θέλω να γνωρίσω όλους αυτούς που σκύβουν
Πάνω από ένα καθαρό κομμάτι χαρτί
Μέσα σε βρόμικες διαλυμένες κάμαρες
Γεμάτοι οργή κι απόγνωση
Αποφασισμένοι ωστόσο
Να το λεκιάσουν με λέξεις
βρόμικες λέξεις
άγιες λέξεις
λέξεις κλειδιά
ιδέες φαντάσματα
λυτρωτικές φράσεις
Θέλω να γνωρίσω όλους αυτούς τους μανιακούς του λόγου
Να γλείψω το μελάνι από τα δάχτυλα τους
Να φιλήσω τα παραμορφωμένα τους μέτωπα
Να συμμαζέψω τις τσαλακωμένες τους ονειρώξεις
Να διορθώσω τα ορθογραφικά λάθη του έρωτα τους
Να τους καθησυχάσω
Να τους πείσω πως δε χρειαζόμαστε άλλο αίμα γι' απόψε
Πως χορτάσαμε
Κι ύστερα να τους βάλω στο κρεβάτι
Και να τους νανουρίσω
(Γιάννης Αγγελάκας)














Θέλω να γνωρίσω όλους αυτούς που σκύβουν
Πάνω από ένα καθαρό κομμάτι χαρτί
Μέσα σε βρόμικες διαλυμένες κάμαρες
Γεμάτοι οργή κι απόγνωση
Αποφασισμένοι ωστόσο
Να το λεκιάσουν με λέξεις
βρόμικες λέξεις
άγιες λέξεις
λέξεις κλειδιά
ιδέες φαντάσματα
λυτρωτικές φράσεις
Θέλω να γνωρίσω όλους αυτούς τους μανιακούς του λόγου
Να γλείψω το μελάνι από τα δάχτυλα τους
Να φιλήσω τα παραμορφωμένα τους μέτωπα
Να συμμαζέψω τις τσαλακωμένες τους ονειρώξεις
Να διορθώσω τα ορθογραφικά λάθη του έρωτα τους
Να τους καθησυχάσω
Να τους πείσω πως δε χρειαζόμαστε άλλο αίμα γι' απόψε
Πως χορτάσαμε
Κι ύστερα να τους βάλω στο κρεβάτι
Και να τους νανουρίσω
(Γιάννης Αγγελάκας)

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

To Oλοκαύτωμα των Ελλήνων Εβραίων 1943-1944: Η περίπτωση των Ιωαννίνων

             Η περιπέτεια των Γιαννιωτών Εβραίων στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ξεκινά, όπως και 
για όλη την Ελλάδα, στις 28 Οκτωβρίου 1940. Ο ιταλικός στρατός επιτέθηκε χωρίς προειδοποίηση από τα ελληνοαλβανικά σύνορα, ανακόπηκε όμως από τα ελληνικά στρατεύματα ο οποίος τους εξεδίωξε εκτός συνόρων, μέχρι βαθιά μέσα στο αλβανικό έδαφος. Ο αμυντικός  πόλεμος με την Ιταλία ήταν μια εμπειρία που συσπείρωσε την ελληνική κοινωνία, ελευθερώνοντας ένα γνήσιο αίσθημα πατριωτισμού που διαπέρασε όλα τα κοινωνικά στρώματα και τις ομάδες πληθυσμού. Η πρώτη γραμμή του μετώπου δεν απείχε και πολύ από τα Ιωάννινα. Εκτός από πρωτεύουσα της Ηπείρου, η πόλη έγινε και «πρωτεύουσα» του ελληνοϊταλικού πολέμου στεγάζοντας διοικήσεις μεραρχιών και σωμάτων στρατού, αποθήκες, νοσοκομεία. Στις ντόπιες μονάδες, όπως το 15ο Σύνταγμα Πεζικού που διακρίθηκε στη μεγάλη μάχη του Καλπακίου, υπηρετούσαν πολλοί Γιαννιώτες Εβραίοι στρατεύσιμης ηλικίας. Τα συντάγματα πεζικού της Θεσσαλονίκης, 50ο και 67ο, είχαν αναλογικά τους περισσότερους Εβραίους μαχητές από τους οποίους περισσότεροι από 600 έπεσαν στα πεδία των μαχών και 1.500 έμειναν ανάπηροι. Ενδεικτικό της μεγάλης αλλά και ποιοτικής αντιπροσώπευσης των Εβραίων στο στράτευμα, είναι πως ο πιο υψηλόβαθμη απώλεια του ελληνικού στρατού στην Αλβανία ήταν ο συνταγματάρχης Μαρδοχαίος Φριζής, Εβραίος από την Χαλκίδα.




Στις 6 Απριλίου 1941 τα γερμανικά στρατεύματα ήρθαν να βοηθήσουν τους καθηλωμένους Ιταλούς εισβάλλοντας στην ελληνοβουλγαρική μεθόριο, στις 9 Απριλίου κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη και στις 27 την Αθήνα.
 Αμέσως μετά την κατάκτηση της Ελλάδας και πριν ακόμη από τη διαίρεσή της μεταξύ των δυνάμεων του Άξονα, το διαβόητο «Ζόντερκομμαντο Ρόζενμπεργκ», που είχε ήδη λεηλατήσει την υπόλοιπη ηττημένη Ευρώπη αρπάζοντας Εβραϊκούς θησαυρούς, άρχισε να περιτρέχει όλη τη χώρα. Κέντρο του ενδιαφέροντος ήταν η Θεσσαλονίκη, το μεγαλύτερο κέντρο σεφαραδικού εβραϊσμού στα Βαλκάνια, από τις πρώτες κιόλας εβδομάδες της Γερμανικής Κατοχής, εβραϊκές εφημερίδες έκλεισαν, πολλές οικογένειες εκδιώχθηκαν από τα σπίτια τους, κάποιες περιουσίες απαλλοτριώθηκαν και κατά διαστήματα συνέβαιναν δημόσιοι εξευτελισμοί Ραββίνων, ή συλλαμβάνονταν και εκτελούνταν Εβραίοι ως «κομμουνιστές».



Η εξόντωση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης

         Η συστηματική δίωξη άρχισε το δεύτερο καλοκαίρι της Κατοχής. Στις 11 Ιουλίου 1942, όλοι οι άρρενες Εβραίοι της Θεσσαλονίκης διατάχθηκαν να συγκεντρωθούν στην Πλατεία Ελευθερίας για να καταγραφούν σε καταλόγους εργασίας. Κάτω από τον καυτό καλοκαιρινό ήλιο 10.000 περίπου άντρες αναγκάστηκαν να εκτελούν ταπεινωτικές «γυμναστικές ασκήσεις» μέχρις εξαντλήσεως. Λίγο αργότερα, περίπου 7.000 από τους Εβραίους της πόλης στάλθηκαν για καταναγκαστικά έργα. Κατασκευάζοντας σιδηροδρομικές  γραμμές, δρόμους και οχυρώσεις για τους Γερμανούς σε άθλιες συνθήκες, πολλοί πέθαναν από ασθένειες και κακομεταχείριση. Το Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου ξεκίνησε από τους Γερμανούς, σε συνεργασία με το Δήμο Θεσσαλονίκης, την καταστροφή του εβραϊκού νεκροταφείου, ισχυρότατο πλήγμα για την κοινότητα. Αφού το κατέστρεψαν εντελώς, χρησιμοποίησαν τις ταφόπλακες ως οικοδομικά υλικά, με αποτέλεσμα σήμερα να μη σώζεται σχεδόν τίποτα από το νεκροταφείο αυτό του 15ου αιώνα εκτός από μερικές ταφόπλακες που το έμπειρο μάτι μπορεί σήμερα να αναγνωρίσει στο προαύλιο του Αγίου Δημητρίου, στο χώρο γύρω από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο κ.ά.



         Το Φεβρουάριο του 1943, ο βοηθός του διαβόητου Άντολφ Άιχμαν των SS, o Ντήτερ Βισλιτσένι, κατέφθασε στην πόλη, μαζί με τον Αλόις Μπρούνερ, για να προετοιμάσουν τον συστηματικό εκτοπισμό των Εβραίων της πόλης.  το διακριτικό κίτρινο αστέρι, απογραφή ατόμων  κατοικιών και καταστημάτων, απαγόρευση για τους Εβραίους πώλησης ή μεταβίβασης κινητών ή ακινήτων περιουσιακών στοιχείων και κατάσχεση τηλεφωνικών συσκευών. Τον Μάρτιο περίπου 6.000 οικογένειες υποχρεώθηκαν να μετοικήσουν στα γκέττο που είχαν ορίσει οι Γερμανοί, κυρίως στις γειτονιές του Βαρώνου Χιρς και των Εξοχών, με την απαγόρευση να κουβαλήσουν οτιδήποτε άλλο εκτός από ελάχιστα ατομικά είδη. Η μέγγενη της τρομοκρατίας άρχισε να σφίγγει γύρω από τους τρομοκρατημένους Θεσσαλονικείς. 




Οι φυσικοί ηγέτες των κοινοτήτων κήρυτταν ψυχραιμία και πειθαρχία αναδεικνύοντας εαυτούς σε τραγικά πρόσωπα, όπως ο Αρχιραββίνος της Κοινότητας, Ζβι Κόρετς, που αναγκάστηκε να παραδώσει στους Γερμανούς κατάλογο με τα ονόματα όλων των μελών της κοινότητας. Το Σάββατο, 14 Μαρτίου 1943, όσοι Εβραίοι βρίσκονταν στο γκέττο του Βαρώνου Χίρς, δίπλα στο σιδηροδρομικό σταθμό, συνελήφθησαν και την επόμενη μέρα εκτοπίστηκαν με τραίνα στην Πολωνία, στοιβαγμένοι σε υπερπλήρη βαγόνια, με 70 – 75 άτομα το καθένα, χωρίς χώρο για να καθίσουν, με ένα βαρέλι νερό για την διαδρομή και ένα για τις φυσικές τους ανάγκες, για ένα ταξίδι που μπορούσε να διαρκέσει και μια εβδομάδα. Μέχρι τις 2 Αυγούστου 1943, σε συνολικά 19 σιδηροδρομικές αποστολές, περίπου 56.000 Εβραίοι της Θεσσαλονίκης στάλθηκαν στο στρατόπεδο Άουσβιτς – Μπίρκεναου, το μεγαλύτερο εργοστάσιο εξόντωσης στη χιτλερική Ευρώπη.
         Πριν τις επιχειρήσεις της Θεσσαλονίκης, είχαν ήδη ξεκινήσει οι εκτοπισμοί των κοινοτήτων της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης που ανήκαν στη βουλγαρική ζώνη κατοχής. Στις 4 Μαρτίου 1943, οι Έλληνες Εβραίοι των Σερρών, της Δράμας, της Καβάλας, της Κομοτηνής, της Αλεξανδρούπολης και του Διδυμοτείχου (οι δύο τελευταίες κοινότητες ήταν στη γερμανοκρατούμενη μεθοριακή ζώνη)  συγκεντρώθηκαν μετά από συντονισμένη βουλγαρική επιχείρηση και στάλθηκαν στο λιμάνι του Λομ, στο Δούναβη, όπου και παραδόθηκαν στους Γερμανούς, οι οποίοι τους μετέφεραν στο στρατόπεδο θανάτου της Τρεμπλίνκα. Από τους 4.200 Εβραίους της περιοχής μόλις 200 επέζησαν, ενώ οι περιουσίες τους λεηλατήθηκαν. Ήταν οι συντριπτικότερες αναλογικά απώλειες του Ολοκαυτώματος στην Ελλάδα.




Έμπρακτη βοήθεια στους Εβραίους

         Αντιδράσεις στην τραγική μοίρα των Εβραίων υπήρξαν από διάφορους φορείς. Ο Ορθόδοξος κλήρος όλων των βαθμίδων διαμαρτυρήθηκε στις Αρχές Κατοχής. Ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος, έδωσε προφορικές οδηγίες στους ιερείς της πόλης να συμβουλέψουν το ποίμνιό τους να μην προβούν σε καμμία πράξη περιφρόνησης ή διάκρισης ενάντια σε Εβραίους, όταν αυτοί υποχρεώθηκαν να φορούν το Κίτρινο Άστρο. Έφτασε μάλιστα στο σημείο να κάνει σχετικό διάβημα στο Μαξ Μέρτεν, ζητώντας του να πάψει τους εκτοπισμούς των Εβραίων της πόλης. Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, Δαμασκηνός απέστειλε μνημόνια διαμαρτυρίας προς τον κατοχικό πρωθυπουργό, Κωνσταντίνο Λογοθετόπουλο στο οποίο ζητούσε να μεσολαβήσει, ώστε να σταματήσουν οι διώξεις των Ελλήνων Εβραίων αλλά και απευθείας στον Πληρεξούσιο του Γ΄ Ράιχ για την Ελλάδα, Γκύντερ Άλτενμπουργκ λέγοντας πως θεωρούσε τους Εβραίους της Ελλάδας ποίμνιό του.
           Μετά την καταστροφή στην Θεσσαλονίκη που αποκάλυψε τα γερμανικά σχέδια, εμφανίστηκαν πιο ενεργητικοί τρόποι για τη σωτηρία των κυνηγημένων. Πολλά αστυνομικά τμήματα της Αθήνας, με προτροπή του αρχιεπισκόπου και εντολή του Αρχηγού της Αστυνομίας, Άγγελου Έβερτ, φρόνισαν να εκδόσουν πολλές ψεύτικες ταυτότητες (με χριστιανικά ονόματα), ώστε να βοηθήσουν τους Εβραίους της πρωτεύουσας να αποφύγουν τη σύλληψη. «Ανεπίσημη» αλλά και πολύ αποτελεσματική ήταν η συνδρομή των αντιστασιακών οργανώσεων, πρωτίστως του ΕΑΜ –που έθεσε ρητά ζήτημα προστασίας των Εβραίων– δευτερευόντως του ΕΔΕΣ. Όσο εντεινόταν η Αντίσταση, οι δυνατότητες διαφυγής πολλαπλασιάζονταν. Έως τον Σεπτέμβριο του 1943, η κεντρική και νότια Ελλάδα και τα περισσότερα νησιά –το 70% της επικράτειας– βρισκόταν υπό ιταλική κατοχή. Οι κοινότητες, κυρίως Ρωμανιώτες, έμειναν απείραχτες καθώς οι Ιταλοί δεν εφάρμοσαν κανένα αντισημιτικό μέτρο. Όταν μετά την ιταλική συνθηκολόγηση (8 Σεπτεμβρίου 1943), οι Γερμανοί ανέλαβαν τον πλήρη έλεγχο της χώρας, δε μπόρεσαν να επαναλάβουν την «επιτυχία» της Θεσσαλονίκης, αφού μετά το διωγμό στη βόρεια Ελλάδα που είχε αποκαλύψει τις γερμανικές προθέσεις, αρκετά μέλη των ρωμανιώτικων κοινοτήτων της Νότιας Ελλάδας άρχισαν να καταφεύγουν στα βουνά υπό την προστασία των ανταρτών (που είχαν εν τω μεταξύ ισχυροποιηθεί αρκετά) με αποτέλεσμα οι κοινότητες της Αθήνας, της Χαλκίδας, της Λάρισας, του Βόλου, των Τρικάλων να έχουν συγκριτικά μικρές απώλειες. Ο Μητροπολίτης Βόλου Ιωακείμ, προέτρεψε τον Εβραϊκό πληθυσμό να φύγει από την πόλη και διέσωσε πολύτιμα αντικείμενα που του παρέδωσαν σε όλη τη διάρκεια του πολέμου. Στο νησί της Ζακύνθου, ο Μητροπολίτης του νησιού, Χρυσόστομος Δημητρίου και ο Δήμαρχος Ζακύνθου, Λουκάς Καρρέρ, πέτυχαν το πρωτοφανές: να προστατέψουν ολόκληρο τον εβραϊκό πληθυσμό της Ζακύνθου από την τύχη των ομοθρήσκων τους σε άλλες περιοχές. Βάζοντας τους εαυτούς τους μπροστά στο Γερμανό διοικητή, Μπέρενς αρνήθηκαν να παραδώσουν ονομαστικούς καταλόγους και η διαταγή ανακλήθηκε. Οι 275 Εβραίοι της Ζακύνθου επέζησαν, χωρίς ούτε μια απώλεια, μοναδική ίσως περίπτωση στο σύνολο των Ευρωπαϊκών χωρών.  
Ένα βήμα παραπάνω, ήταν η διαφυγή από τη χώρα. Πάλι με τη βοήθεια του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και τις προσπάθειες των αντιπροσώπων του Γραφείου Μετανάστευσης του Εβραϊκού Πρακτορείου  στην Κωνσταντινούπολη, καθώς και με τη συνεργασία της Μοσάντ και του Εργατικού Συνδικάτου «Χισταρντούτ», πολλοί Έλληνες Εβραίοι κατόρθωσαν να διαφύγουν στην ουδέτερη Τουρκία, είτε από τη βόρεια Ελλάδα, διασχίζοντας τον ποταμό Έβρο είτε δια θαλάσσης, με καΐκι από την ανατολική ακτή της Εύβοιας. Ο δεύτερος τρόπος ήταν δυσκολότερος και απαιτούσε τη συνεργασία των ανταρτών της Εύβοιας. Αφού έφταναν στην Τουρκία, προχωρούσαν ως τα νότια σύνορα της χώρας κι από εκεί στην Παλαιστίνη.
  Πολλοί άλλοι, που δε μπορούσαν να εγκαταλείψουν τη χώρα, κρύφτηκαν σε Χριστιανικές οικογένειες. Οι περισσότεροι από τους κρυμμένους Εβραίους ήταν παιδιά, των οποίων οι γονείς είχαν ήδη σταλεί στα στρατόπεδα. Τα πιο πολλά από αυτά επέζησαν και μετά τον πόλεμο μετανάστευσαν στην Παλαιστίνη. Μεμονωμένα άτομα, αλλά και οικογένειες ολόκληρες, βρήκαν καταφύγιο σε σπίτια Χριστιανών συμπολιτών τους. Εκείνοι που τους έκρυβαν, ήταν άνθρωποι απλοί. Τις περισσότερες φορές με δική τους πρωτοβουλία και πριν προλάβει να τους ζητηθεί, προσφέρθηκαν να βοηθήσουν τους συνανθρώπους τους, με τους οποίους άλλωστε είχαν ειρηνικά συνυπάρξει για χρόνια, χωρίς καν να αισθάνονται πως επιτελούσαν κάποιο αντιστασιακό επίτευγμα.


Ιωάννινα, 25 Μαρτίου 1944

Η παρουσία των Εβραίων στα Ιωάννινα συμπίπτει χρονολογικά με τη δημιουργία της πόλης. Εγκατάσταση εβραϊκών πληθυσμών τοποθετείται στον 8ο -9ο αιώνα μ.Χ, η πρώτη γραπτή πηγή που μνημονεύει «ισραηλίτες» στα Ιωάννινα είναι επί Ανδρόνικου Β’ Παλαιολόγου (1314). Η κοινότητα άκμασε ιδιαίτερα την εοχή της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Διάφορα προνόμια επέτρεψαν στους Εβραίους να αναμιχθούν ενεργά στην οικονομική, πολιτιστική και κοινωνική ζωή των αστικών κέντρων. Από το 1611 τους δόθηκε η δυνατότητα να κατοικούν και μέσα στο Κάστρο των Ιωαννίνων, ενώ η εξουσία του Αλή Πασά έφερε την κοινότητα των περίπου 4.000 Εβραίων στο απόγειο της ακμής της. Ασκώντας αστικά επαγγέλματα –έμποροι, χρυσοχόοι, ράφτες, αργυραμοιβοί– οι Εβραίοι των Ιωαννίνων  διακρίθηκαν στο εμπόριο και έγιναν αναπόσπαστο στοιχείο στη ζωή της πόλης. Τα ήθη και τα έθιμά τους, οι ενδυμασίες, τα δημοτικά τραγούδια, το γιαννιώτικο τραγουδάκι "Ήρταμαν" που τραγουδιόταν λίγες μέρες πριν το Πουρίμ, οι καταλήξεις -όπουλος και -ίδης σε αρκετά ανδρικά επίθετα και φυσικά η χρήση της ρωμαιο-ιουδαϊκής γλώσσας στο τυπικό προδίδουν εντυπωσιακό βαθμό ώσμωσης με τον ντόπιο χριστιανικό πληθυσμό. Όταν η πόλη ενσωματώθηκε στο ελληνικό κράτος το 1913, η κοινότητα έχασε σταδιακά πολλή από την παλιά της αίγλη, ωστόσο έζησε αρμονικά με τους Χριστιανούς και τα κρούσματα αντισημιτισμού ήταν συγκυριακά ή αφορούσαν σε μεγάλο βαθμό οικονομικούς ανταγωνισμούς. Τις παραμονές του Πολέμου η κοινότητα αριθμούσε 1.900-2.000 ψυχές και ζούσε σε έναν ειρηνικό μικρόκοσμο, ανίκανο να αντιληφθεί την επερχόμενη καταστροφή.






Μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1943, οι Γιαννιώτες Εβραίοι ζούσαν υπό ιταλική κατοχή και δεν υπέστησαν καμία δίωξη. Ωστόσο, τα Ιωάννινα βρέθηκαν κάτω από τη γερμανική μπότα νωρίτερα από τις άλλες περιοχές της  ιταλικής ζωνης κατοχής. Τον Απρίλιο του 1943 εγκαταστάθηκε στην πόλη η 1η Ορεινή Μεραρχία «Έντελβάις» της Βέρμαχτ με σκοπό να εκκαθαρίσει τα ορεινά της Ηπείρου από τους αντάρτες του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ. Αυτή η μονάδα, ειδική στον ανταρτοπόλεμο, έδωσε σύντομα αποτρόπαια δείγματα γραφής στην εφαρμογή σκληρών αντιποίνων δολοφονώντας με κτηνώδη τρόπο αμάχους και γυναικόπαιδα στη Μουσιωτίτσα (24 Ιουλίου 1943), το Κομμένο Άρτας (16 Αυγούστου 1943) και τους Λιγκιάδες Ιωαννίνων (3 Οκτωβρίου 1943). Τα Ιωάννινα βυθίστηκαν σε ένα κλίμα άγριας τρομοκρατίας, στο οποίο εγκλωβίστηκε αβοήθητη και η εβραϊκή κοινότητα. Ελάχιστοι, κυρίως νεαροί, επιχείρησαν να διαφύγουν στο βουνό, αλλά η αυστηρή αδράνεια που κήρυττε η κοινότητα –και κυρίως ο Σαμπεθάι Καμπιλής– λειτουργούσε αποτρεπτικά και απαγόρευε κάθε διαφυγή από την πόλη, απόφαση που και σήμερα βασανίζει τους ελάχιστους επιζώντες. Στα μέσα Μαρτίου οι Γερμανοί πέτυχαν να εντοπίσουν και να καταγράψουν όλους τους Εβραίους της πόλης και τα σπίτια τους, μετά από έναν απλό έλεγχο ταυτοτήτων. Το σκηνικό της καταστροφής είχε στηθεί. Εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, οι Γιαννιώτες θα βάδιζαν σχεδόν εν σώματι προς τον θάνατο.




Τα ξημερώματα της 25ης Μαρτίου 1944, ημέρα Σάββατο, οι έξι εβραϊκές συνοικίες –Κάστρου, Λειβαδιώτη, Τζουκαλά, Σαράβα, Μικρή και Μεγάλη Ρούγα– ξύπνησαν από δυνατά χτυπήματα στις πόρτες των σπιτιών. Ήταν Γερμανοί στρατιώτες της Μεραρχίας Εντελβάις, της 621 Ομάδας της Μυστικής Στρατονομίας (GFP) της Στρατοχωροφυλακής (Feldgendarmerie), μαζί με διερμηνείς και Έλληνες Χωροφύλακες που ζητούσαν από όλους τους κατοίκους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, με δικαίωμα να μεταφέρουν ατομικά είδη μέχρι 50 οκάδες. Σύμφωνα με τη γερμανική αναφορά της 27ης Μαρτίου, η εκκένωση των συνοικιών είχε ολοκληρωθεί έως τις 7.45. Οι Εβραίοι που ζούσαν έξω από τα τείχη συγκεντρώθηκαν στην πλατεία Μαβίλη, στο «Μώλο», αυτοί που είχαν σπίτι στο Κάστρο μεταφέρθηκαν στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Λίγη ώρα αργότερα, μέσα σε κλίμα φόβου και κλάματα και κάτω από τα βλέμματα των κατοίκων των Ιωαννίνων, 1.725 άνδρες, γυναίκες και παιδιά (κατά τη γερμανική εκτίμηση) επιβιβάστηκαν σε περίπου 80 φορτηγά που πήραν το δρόμο για τα Τρίκαλα διαμέσου του περάσματος της Κατάρας. Ο Λόχος Προπαγάνδας της 621 Ομάδας Στρατονομίας απαθανάτισε την συγκέντρωση και την επιβίβαση στα φορτηγά σε μια σειρά φωτογραφιών που φυλάσσονται σήμερα στα γερμανικά αρχεία και έχουν δημοσιευτεί επανειλημμένα ως μοναδικά ντοκουμέντα του Ολοκαυτώματος.














Το λιγόλογο γερμανικό έγγραφο είναι γεμάτο από κυνικό ρεαλισμό: «Η επιχείρηση πρέπει να χαρακτηριστεί ως πλήρως επιτυχημένη, διότι το 95% των καταγεγραμμένων Εβραίων μπόρεσαν να μεταφερθούν. Η συνεργασία των μετασχουσών υπηρεσιών και της Ελληνικής Χωροφυλακής ήταν υποδειγματική. Η απέλαση των Εβραίων, σύμφωνα με διάφορες εισερχόμενες αναφορές, προκάλεσε μεγάλη ικανοποίηση ανάμεσα στον πληθυσμό. Η συμπάθεια για τους Γερμανούς, αυξήθηκε μ’ αυτή την επιχείρηση». Παρά την διαστρέβλωση και τις υπερβολές της γερμανικής προπαγάνδας, πρέπει να θεωρείται βέβαιο πως η απέλαση των Εβραίων στα Ιωάννινα (απέναντι στην οποία κανείς δεν αντέδρασε) έδωσε ώθηση στα λανθάνοντα ή φανερά αισθήματα αντισημιτισμού των Χριστιανών. Λίγες μέρες μετά την αποφράδα 25η Μαρτίου, δύο νεαροί απαγχονίστηκαν από τις αρχές στο Μώλο επειδή είχαν προσπαθήσει να λεηλατήσουν ένα εγκαταλειμμένο εβραϊκό κατάστημα. Έμποροι των Ιωαννίνων και συνεργάτες επωφελήθηκαν από τις περιουσίες, η περιουσία της κοινότητας –την οποία ο μεταπολεμικός πρόεδρος της αποδεκατισμένης κοινότητας, Ιωσήφ Μάτσας υπολόγισε σε 2.000.000 χρυσές λίρες– εξανεμίστηκε. "Ένας θρήνος απλώνεται πάνω από τα οβρέικα" (Δημήτρης Χατζής). 




         Οι περίπου 2.000 Γιαννιώτες μεταφέρθηκαν σε παραπήγματα στη Λάρισα, όπου παρέμειναν για μια περίπου εβδομάδα. Αναγκάστηκαν να αφήσουν όλα τα τιμαλφή και τα χρυσαφικά που μετέφεραν στους Γερμανούς φρουρούς, προτού επιβιβαστούν στο τρένο του θανάτου που ερχόταν από το σιδηροδρομικό σταθμό του Ρουφ, από την Αθήνα. Η αμαξοστοιχία πέρασε την πύλη του Μπίρκεναου στις 11 Απριλίου 1944 μεταφέροντας 2.500 Ρωμανιώτες Εβραίους, άνδρες, γυναίκες και παιδιά από τα Ιωάννινα, την Αθήνα, τον Βόλο, την Λάρισα και την Χαλκίδα. Στη ράμπα διαλογής του στρατοπέδου, το ανθρώπινο φορτίο βρέθηκε σε μια κατάσταση σύγχυσης, με κραυγές, ουρλιαχτά και γαβγίσματα σκύλων μεγαλύτερων κι από ανθρώπους (Νίνα Αλβέρτου Νεγρίν). Η νεαρή τότε Στέλλα Αβραάμ κατέγραψε στη μνήμη της την αγωνιώδη κραυγή μερικών Θεσσαλονικιών εκτοπισμένων από ήδη ένα χρόνο, που φώναζαν με αγωνία στους νεοαφιχθέντες συμπατριώτες τους «Μην παίρνετε μαζί τα παιδιά σας! Αφήστε τους γέρους!». Σύντομα θα αντιλαμβάνονταν όλοι το νόημα αυτών των λέξεων...Ήταν η πρώτη γεύση της κόλασης. Μετά από ένα χρόνο, τον Μάιο του 1945, μόλις 116 Γιαννιώτες βρίσκονταν ακόμα στη ζωή. 1.850 είχαν εξοντωθεί στους θαλάμους αερίων ή είχαν πεθάνει από την εξάντληση.




Απελευθέρωση και επιστροφή. Οι επιζήσαντες τότε και τώρα

            Η Ελλάδα εκκενώθηκε από τα γερμανικά στρατεύματα τον Οκτώβριο του 1944. Οι σκλάβοι των στρατοπέδων θα έπρεπε να περιμένουν επτά μήνες ακόμα, μέχρι οι συμμαχικές δυνάμεις που προέλαυναν να απελευθερώσουν τα στρατόπεδα σε Γερμανία και Αυστρία (Μαουτχάουζεν, Μπέργκεν-Μπέλσεν, Έμπενσεε κ.ά.) στα οποία είχαν συγκεντρωθεί οι επιζήσαντες κρατούμενοι, μεταξύ των οποίων και 10.000 Εβραίοι από την Ελλάδα.
        Η επιστροφή των Εβραίων πέρασε απαρατήρητη σε μια Ελλάδα που σπαρασσόταν από τον Εμφύλιο πόλεμο. Με το ζήτημα των επιζώντων ασχολήθηκαν κυρίως ιδιώτες και εβραϊκές οργανώσεις. Το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο στην Ελλάδα (από το 1945) και η Joint Distribution Committee (ως το 1950) συντόνιζαν τα προγράμματα αποκατάστασης των Ελλήνων Εβραίων. Ιδρύθηκαν και χρηματοδοτήθηκαν κοινοτικά ιδρύματα, όπως το Ορφανοτροφείο «Εσθήρ» στην Κηφισιά, η «Στέγη Απροστάτευτων Κορασίδων» για την επαγγελματική και μη εκπαίδευση των κοριτσιών, το «Αναρρωτήριο Κηφισιάς» και το «Πολυϊατρείο Ισραηλιτικής Κοινότητας Αθηνών». Οργανώθηκε οικονομική υποστήριξη για τους επιζώντες. Το «Ίδρυμα Εβραϊκής Επαγγελματικής Αποκατάστασης» χορηγούσε δάνεια με ευνοϊκούς όρους σε εμπόρους και επαγγελματίες, ενώ οι δραστηριότητες των σχολών του O.R.T. (Organisation for Rehabilitation and Training)  έπαιξαν επίσης ένα σημαντικό ρόλο.
            Τον Ιούλιο του 1945, στα Ιωάννινα είχαν επιστρέψει 164 από τους εκτοπισμένους. Η κοινότητα προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της, τα περισσότερα σπίτια είχαν επιταχθεί, οι περιουσίες είχαν λεηλατηθεί. Από τις συναγωγές, το «νέο συναγώι» (Καχάλ Καντός Χαντάς) είχε γίνει στάβλος για άλογα, το «παλιό συναγώι» μέσα στο Κάστρο (Καχάλ Καντός Γιασσάν) είχε υποστεί μεγάλες καταστροφές. Ο Ιωσήφ Μάτσας, πρώτος πρόεδρος της κοινότητας, που είχε σωθεί πολεμώντας ως αντάρτης στα βουνά της Μακεδονίας με τον ΕΛΑΣ, τηλεγραφούσε με αγωνία στην Joint πως μόνο 30 επιζήσαντες είχαν αποκατασταθεί στα σπίτια τους, πως υπήρχε άμεση ανάγκη στέγασης και καταλυμάτων για 25 κορίτσια που είχαν χάσει όλα τα μέλη της οικογένειάς τους και δεν είχαν πού να μείνουν. Η πρωτοβουλία του δημάρχου Βλαχλείδη και του μητροπολίτη Σπυρίδωνα να διαφυλάξουν τα ιερά συναγωγικά σκεύη και να τα επιστρέψουν στους επιζήσαντες, ήταν η πρώτη αχτίδα φωτός για την έναρξη μιας νέας ζωής. 





Μια εντοιχισμένη πλάκα στην εβραϊκή γλώσσα, στο «παλιό συναγώγι» που επισκευάστηκε και λειτουργεί ως σήμερα, μνημονεύει αυτή την πράξη αλληλεγγύης. Όπως και πολλοί επιζώντες του Ολοκαυτώματος, κάποιοι Γιαννιώτες αποφάσισαν να μεταναστεύσουν στις Η.Π.Α. και την Παλαιστίνη, για ψυχολογικούς και οικονομικούς κυρίως λόγους. Κοινοτικές οργανώσεις, όπως η «Εταιρεία Βοήθειας Μεταναστών» και το «Τμήμα Μετανάστευσης» της Joint διευκόλυναν τις διαδικασίες και την επανεγκατάσταση σε μια νέα χώρα, ενώ βοηθούσαν για την αντιμετώπιση των πρώτων πιεστικών αναγκών. Το μεταναστευτικό κύμα παρουσίασε αύξηση μετά την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ το 1948. Οι Έλληνες Εβραίοι συνήθως επέλεγαν να εγκατασταθούν κοντά σε συμπατριώτες τους, δημιουργώντας αμιγείς γειτονιές, όπως π.χ. οι Ρωμανιώτες της Χάιφα. Σήμερα οι ελάχιστοι επιζώντες, φέροντας ακόμα το ανεξίτηλο αριθμό με τατουάζ στο μπράτσο τους, καταθέτουν στους νεώτερους τα βιώματά τους σε μια προσπάθεια να ξορκίσουν το δαίμονα που λέει πως «στο στρατόπεδο  μπαίνεις αλλά δε βγαίνεις ποτέ…».



Αθήνα, Οκτώβριος 1944


Το πρωινό της 12ης Οκτωβρίου ο βασανισμένος λαός της Αθήνας δονούνταν από την κραυγή «φεύγουν». Η Κατοχή έδινε τη σκυτάλη σε μια νέα εποχή ανελέητων συγκρούσεων. Τα δύο μεγάλα συλλαλλητήρια του ΚΚΕ στις 13 Οκτωβρίου και των αστικών οργανώσεων στις 15 Οκτωβρίου 1944 φωτογράφιζαν ένα απόλυτο ταξικό χάσμα. Πρώτο κατέβηκε το ΚΚΕ. Την επόμενη της εορταστικής μέρας, ένα τεράστιο «λαϊκό κύμα» με την καθοδήγηση όλων των Αχτίδων της ΚΟΑ, ξεχύθηκε από τους προσφυγικούς συνοικισμούς στη λεωφόρο Πανεπιστημίου με ζητωκραυγές υπέρ του ΕΑΜ και του Κόμματος και ζητώντας την παραδειγματική τιμωρία των προδοτών –το πιο «καυτό» αίτημα των ημερών. Στο πλήθος ξεχώριζαν παπάδες (μερικοί με κόκκινες σημαίες), γριές γυναίκες και μικροί μαθητές. O συγγραφέας Γιώργος Θεοτοκάς, από τους πιο διεισδυτικούς παρατηρητές της τότε αθηναϊκής καθημερινότητας, δήλωνε στο ημερολόγιό του πως αυτά τα πρωτόγνωρα κοινωνικά φαινόμενα, όπως και τα χιλιάδες σφυροδρέπανα που είχαν πλημμυρίσει τους τοίχους «ξεσκέπαζαν, σε μια απότομη στροφή της ιστορίας, μια πρωτεύουσα κόκκινη», ενώ παραλλήλισε αυτή την έκρηξη ελευθερίας και την κοινωνική πολυχρωμία των ενθουσιασμένων Εαμιτών με την Κομμούνα των Παρισίων. Πέρα από οποιαδήποτε ανάλυση, αυτή η τολμηρή σύγκριση τεκμηριώνει πως ο ριζοσπαστισμός που διαπερνούσε όλα τα στρώματα του πληθυσμού στο τέλος της Κατοχής, όσο κι αν έμοιαζε ιδεολογικά ανώριμος, ήταν απόλυτα γνήσιος. Οι συνθήκες της φασιστικής κατοχής και οι αγώνες κατά των κατακτητών και των συνεργατών τους, είχαν αναδείξει σε μάρτυρες και ήρωες τα λαϊκά στρώματα που δικαιωματικά αξίωναν πλέον την άνευ όρων ανακατονομή της πολιτικής τράπουλας.
Τρεις μέρες αργότερα θα ριχνόταν στη «μάχη των εντυπώσεων» και ο αστικός κόσμος. Στο εξίσου ογκώδες συλλαλλητήριο, το παρόν έδινε η ευπαρουσίαστη αστική τάξη της Αθήνας: ώριμοι άντρες, οικογενειάρχες, φοιτητές και καλοντυμένες κοπέλες, μια ετερόκλητη συμμαχία με πολιτικές τοποθετήσεις που ποίκιλαν από την φιλελεύθερη δημοκρατία έως τον «μοναρχοφασισμό». Η έντονη αντιεαμική συνείδηση των μεσοαστικών και μεγαλοαστικών στρωμάτων θα τροφοδοτούσε ένα «μαύρο μέτωπο» το οποίο στις μάχες του Δεκέμβρη θα συναποτελούσαν ο αναβαπτισμένος ελληνικός στρατός της Μέσης Ανατολής (Ιερός Λόχος, ΙΙΙ Ορεινή Ταξιαρχία Ρίμινι), τα Σώματα Ασφαλείας (Αστυνομία Πόλεων, Χωροφυλακή, Ασφάλεια) και –φυσικά– οι άνδρες και αξιωματικοί των Ταγμάτων Ασφαλείας που περίμεναν υπομονετικά στους στρατώνες του Γουδή, την εξιλέωση στο πρόσωπο της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης και των Βρετανών. Αυτές οι «χρυσές εφεδρείες», που θα αποδεικνύονταν σωτήριες την ώρα της σύγκρουσης, δρούσαν ήδη σαν εμπροσθοφυλακή της βρετανικής επέμβασης σκοτώνοντας ύπουλα και μαζικά, χωρίς προσχήματα. Την προηγούμενη μάλιστα μέρα του συλλαλλητηρίου των «αστών», ένοπλα παραστρατιωτικά σώματα κάθε προέλευσης (ΕΔΕΣ Αθήνας, Χίτες και άνδρες της Ειδικής Ασφάλειας) που είχαν οχυρωθεί στα ξενοδοχεία της Ομόνοιας αιματοκύλησαν από τα παράθυρα με πολεμικά όπλα και χειροβομβίδες μια αντιδιαδήλωση του ΕΑΜ που κατέβηκε στα Χαυτεία, περιστατικό αδιαμφισβήτητο που ωστόσο σπάνια αναφέρεται στις πηγές. Ο «εθνικόφρων» φοιτητής Πολυτεχνείου Μ.Β., πρώην μέλος της Χ, που βρέθηκε τυχαία στο δρόμο, περιέγραψε πρόσφατα στον γράφοντα μερικές εικόνες χαρακτηριστικές: «Έρχεται από την Καισαριανή μια τεράστια διαδήλωση που κρατούσε ένα πλακάτ, μια γυναίκα δεμένη με αλυσίδες. Ξαφνικά βλέπω να κυνηγάνε έναν ο οποίος έτρεξε στην είσοδο του ξενοδοχείου που μέναν οι Εδεσίτες, απέναντι απ’ το ΡΕΞ και οι σύντροφοί του Εδεσίτες πυροβόλησαν. Όταν λέμε σκοτωμός, δε μπορείτε να φανταστείτε πόσοι πυροβολισμοί και πόσες χειροβομβίδες πέσανε. Μακελείο, ουρλιαχτά...Όπως έπεσα κάτω –στεκόμουνα στο περίπτερο ανάμεσα στο Τιτάνια και το ΡΕΞ– χώθηκα σε ένα ρολογάδικο. Μια κοπέλα θυμάμαι, τα γυαλιά της ήταν γεμάτα αίματα. Μες στο ρολογάδικο είχαν καταφύγει τραυματίες. Ενός το πόδι ήταν κομμένο από χειροβομβίδα, κι ήταν κι ένας παπάς που είχε φάει σφαίρα στο στήθος...».
Στην Αθήνα της Απελευθέρωσης συναντάμε όλα τα ορόσημα που συνθέτουν την ιστορία της κατοχικής Ελλάδας. Έχοντας βιώσει την απόλυτη φρίκη ενός λιμού, τον παλλαϊκό ενθουσιασμό των διαδηλώσεων, την τρομοκρατία των εκτελέσεων και των μπλόκων και τους νέους πολιτικούς διαχωρισμούς σε όλη τους την ένταση, η πόλη ήταν κυριολεκτικά σκισμένη στα δυο. Στις 14 Οκτωβρίου οι πρώτοι Βρετανοί στρατιώτες που αποβιβάζονταν στον Πειραιά, διάβαζαν στην Επιχειρησιακή Διαταγή του ταξιάρχου Ronald Scobie, πως, εκτός από το αρχιτεκτονικό θαύμα του Παρθενώνα, θα έβλεπαν και «μάχες ανάμεσα σε αντίπαλες φατρίες». Ήταν μια εύστοχη παρατήρηση για μια πόλη που έβραζε από το ταξικό μίσος.   



Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

Η ευσέβεια του σουλτάνου. Χiττίν, Λίμνη Τιβεριάδα, 4 Ιουλίου 1187

Ήμουν, λέει ο αλ-Μαλίκ αλ-Αφντάλ, στο πλευρό του πατέρα μου στη μάχη του Χιτίν, την πρώτη μάχη που έλαβα μέρος. Όταν ο βασιλιάς των Φράγκων βρέθηκε πάνω στο λόφο, μας έκανε μια άγρια επίθεση με τους στρατιώτες του και απώθησε τους δικούς μας σε ένα μέρος που βρισκόταν ο πατέρας μου. Τον κοίταξα τότε. Ήταν θλιμμένος, συνοφρυωμένος και τραβούσε νευρικά τη γενειάδα του. Προχώρησε κραυγάζοντας "Ο Σαλαντίν δεν πρέπει να νικήσει"! Όταν είδα τους Φράγκους να υποχωρούν από την πίεση του στρατού μας, φώναξα "Τους νικήσαμε!" Μα οι Φράγκοι επιτέθηκαν πιο δυναμικά και οι δικοί μας ξαναβρέθηκαν πάλι κοντά στον πατέρα μου. Τους παρότρυνε πάλι να εφορμήσουν και τους ανάγκασαν να υποχωρήσουν στο λόφο. Κραύγασα πάλι "Τους νικήσαμε!". Αλλά ο πατέρας μου γύρισε και μου είπε "Πάψε. Δε θα τους έχουμε συντρίψει παρά μόνο όταν αυτή η σκηνή εκεί πάνω θα έχει πέσει". Πριν τελειώσει τη φράση του, η σκηνή του βασιλιά κατέρρευσε. Ο πατέρας μου κατέβηκε από το άλογό του, γονάτισε και ευχαρίστησε το Θεό κλαίγοντας από χαρά.