Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2014

Τους βγάζαμε με φλογοβόλα από τα πολυβολεία...


Ο Δημήτρης Μπίκος γεννήθηκε στο Μοναστήρι Τριφυλλίας το 1928. Όπως συνέβη με όλους τους συνομηλίκους του, η παιδική και εφηβική του ηλικία σημαδεύτηκαν από τα βίαια γεγονότα της Κατοχής. Υπηρέτησε ως εθελοντής στο στρατό  και πολέμησε για δύο χρόνια στη Δυτική Μακεδονία, στις μεγάλες μάχες του Γράμμου και του Βίτσι με το 601 Τάγμα Πεζικού. Συμπλήρωσε 30 μήνες υπηρεσίας στην πρώτη γραμμή, «όσους κανένας αξιωματικός», όπως λέει ο ίδιος. Τον Οκτώβριο του 1949, ως λοχίας πλέον, εισήλθε στη Σχολή Ευελπίδων από όπου αποφοίτησε το 1952 ως μόνιμος ανθυπολοχαγός πεζικού. Αντιτέθηκε στη Χούντα και υπηρέτησε ως ταγματάρχης στην Κύπρο όπου και τραυματίστηκε κατά τη διάρκεια του Αττίλα Ι το 1974. Αποστρατεύτηκε το 1985 με το βαθμό του αντιστράτηγου. Κοιτάζοντας πίσω, συμπεραίνει πως οι αξιωματικοί που γνώρισε στις μάχες του Εμφυλίου, ήταν οι καλύτεροι που συνάντησε στη 45χρονη σταδιοδρομία του, εκείνοι που τηρούσαν κατά γράμμα τους κανόνες πολέμου και έδιναν πρώτοι το παράδειγμα.  


Ο στρατηγός Μπίκος ανδρώθηκε στη Μεσσηνία του 1944, δηλαδή σε χρόνο και τόπο όπου ο εμφύλιος ξέσπασε στην αγριότερη εκδοχή του. Όπως λέει ο ίδιος, «εγώ στην Κατοχή δεν έζησα τη ναζιστική τρομοκρατία, εμείς καθημερινή τρομοκρατία νιώσαμε μόνο από τους κομμουνιστές. Παιδί ήμουνα, και άκουσα πρώτη φορά από τον πρόεδρο Λαϊκού Δικαστηρίου τις λέξεις: «Εσχάτη των ποινών». Και πήγα στον πατέρα μου να τον ρωτήσω τι σήμαινε αυτό…». Είδε με τα μάτια του τα πτώματα από τις αντεκδικήσεις στο Μελιγαλά, ενώ πήγαινε από το χωριό του για την Καλαμάτα: «Φοβερό το θέαμα αλλά δεν του έδινες σημασία τότε. Τους είχαν πετάξει στην Πηγάδα. Τους είχαν δεμένους από τα χέρια με συρματόπλεγμα, πατέρα με γιο –γνωστούς μου. Στο δρόμο Μελιγαλά-Καλαμάτα έβλεπες ανθρώπους κατακρεουργημένους. Φοβερό μακελειό». Στο σπίτι της οικογένειας Μπίκου κατέλυαν αντάρτες καθημερινά, ενώ ο πατέρας του 16χρονου τότε Δημήτρη, Κωνσταντίνος, γραμματέας της κοινότητας και χαρακτηρισμένος ως «αντιδραστικός» (αν και πολιτικά ανήκε στο Κέντρο), είχε συλληφθεί και ανακριθεί από την εαμική οργάνωση και διέφυγε τελικά από το εκτελεστικό απόσπασμα μόνο χάρη στη μεσολάβηση ενός συναδέλφου του υπαξιωματικού.
Το διάστημα της εαμοκρατίας (Σεπτέμβριος 1944-Φεβρουάριος 1945) στη Μεσσηνία με τα αιματηρά γεγονότα στο Μελιγαλά, τους Γαργαλιάνους, την Καλαμάτα και την Πύλο, δημιούργησε μια πραγματική δεξαμενή εκδίκησης όσων είχαν ενταχθεί στην αντικομμουνιστική παράταξη ή θεωρούσαν εκ των πραγμάτων τους εαυτούς τους, αντιπάλους του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Αμέσως μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, «υπήρξε αντίδραση και μάλιστα μεγάλη από όσους είχανε θύματα από τους κομμουνιστές. Και στο δικό μας χωριό ήρθαν οι Χίτες και σκοτώσαν μια ξαδέλφη μου. Με φωνάξανε από το σχολείο και άρχισα και φώναζα νευριασμένος στον αρχηγό τους, τον Τζουλή, ήταν συμμαθητής μου στο σχολείο…Δεν είχε κάνει τίποτα η κοπέλα, 20 χρονών. Δυστυχώς δεν υπήρχε αντίδραση στους πραγματικούς υπεύθυνους αλλά στους συγγενείς. Γίνονταν αυτά…». Ο νεαρός Δημήτρης μισούσε τόσο τον αρχηγό του ΕΛΑΣ Μεσσηνίας, (μόνιμο αξιωματικό και σήμερα αντιστράτηγο) που τον θεωρούσε υπεύθυνο για την παραλίγο εκτέλεση του πατέρα του, ώστε έκανε κάτι που σήμερα το θεωρεί τρέλα: «Το Μάρτιο του ’45 ξημερώσαμε εγώ μαζί με άλλα 4 παιδιά –παλιόπαιδα ήμασταν– έξω από το σπίτι του στο χωριό του. Ευτυχώς δεν ήταν μέσα γιατί θα τον σκότωνα. Θα έβαφα τα χέρια μου με αίμα…». Ο διχασμός κατέτρωγε ακόμα και την ίδια την οικογένεια, αφού τα ξαδέλφια του ήταν ενταγμένα στην Αριστερά και οι διαπληκτισμοί μαζί τους σχεδόν καθημερινοί. Κάποιοι σκοτώθηκαν αργότερα σε μάχη. Με αυτό τον τρόπο, λίγο-πολύ ασυνείδητο, τα εμφύλια πάθη ανακυκλώνονταν και έπαιρναν μαζικές διαστάσεις. «Δεν ξέραμε τότε, ήμασταν παιδιά, και δε μπορώ να αξιολογήσω τα πράγματα, όπως τα αξιολογώ τώρα. Αλλά θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό γιατί είχα τον πατέρα μου ο οποίος ήταν άνθρωπος του βιβλίου και πολύ ενημερωμένος: Ό,τι μου λέγαν οι ινστρούχτορες του ΚΚΕ στο σχολείο (επί εαμοκρατίας), πήγαινα μετά στο σπίτι και ρωτούσα τον πατέρα μου και εκείνος μου τα εξηγούσε διαφορετικά».
  
Εθελοντής στο στρατό

Κάτω από τις συνθήκες που επικρατούσαν στην επαρχία, ο στρατός προσέφερε μια ασφαλή διέξοδο: «Εγώ φοβόμουνα στο χωριό μη με πάρουν οι αντάρτες. Και έκανα τα χαρτιά μου για να πάω στην αεροπορία, ο νονός του αδελφού μου ήταν αξιωματικός της αεροπορίας. Η μάνα μου έβαλε τις φωνές. Ο πατέρας μου έλεγε «όπου θέλει το παιδί». Τελικά δεν έγινε τίποτα και εγώ με άλλα δυο παιδιά πήγαμε εθελοντές στο στρατό».
Το Μάρτιο του 1947, ο 19χρονος εθελοντής κατατάχτηκε στο 601 Τάγμα Πεζικού που έδρευε στη Μυτιλήνη. Εκεί είχε και την πρώτη του συμμετοχή σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις μικρής κλίμακας. «Ήταν ένας κατσαπλιάς στη Λέσβο που δεν θυμάμαι πώς τον έλεγαν. Και τον κυνηγούσαμε…». Στη συνέχεια, το Τάγμα μετακινήθηκε στους Μαυραναίους Γρεβενών, στο κέντρο της ανταρτοκρατούμενης επικράτειας του Γράμμου, από όπου συμμετείχε σε όλες τις επιχειρήσεις. Βασικός αντίπαλος το Αρχηγείο Δυτικής Μακεδονίας του ΔΣΕ και ένας αρχηγός ανταρτών που είχε ήδη γίνει γνωστός από τη συμμετοχή του στην επίθεση του Λιτοχώρου, ο Αλέκος Ρόσιος, φιλόλογος από τη Σιάτιστα, με ψευδώνυμο «Υψηλάντης»: «Ταγματάρχη είχαμε τον Κωνσταντίνο Χαρμπίλα, Καλαματιανός, 37 χρονών παιδί. Πολύ σκληρός και θαρραλέος. Και μας έλεγε συνέχεια θυμάμαι: «Ρε παιδί μου, όπου και να πάμε, τον Υψηλάντη έχουμε μπροστά μας!». Και στο Γράμμο και στο Βίτσι».
Το βάπτισμα του πυρός ήταν σχεδόν ανεπαίσθητο καθώς η νεαρή ηλικία απάλυνε το σοκ από το αίμα και τις μάχες: «Ο πρώτος νεκρός που είδα ήταν ένας στρατιώτης που πήγαινε δίπλα μου και την έφαγε στο κεφάλι. Όταν είσαι παιδί, είσαι πολύ ψύχραιμος. Ένιωσα βέβαια ότι τώρα σκοτώθηκε ένας άνθρωπος αλλά όχι όπως τώρα που συγκλονίζεσαι…Εξάλλου, το ’47 οι επιχειρήσεις δεν ήταν επιχειρήσεις αντιπαράθεσης: ήταν ανταρτοπόλεμος. Κυνηγάγαμε τους συμμορίτες κι αυτοί φεύγανε ή μας κάναν ενέδρες. Το 48 άρχισε η αντιπαράθεση. Αυτό ήταν και το πρώτο σφάλμα που κάναν οι κομμουνιστές: αν τα βάλεις με τον Εθνικό Στρατό, θα ηττηθείς, δεν υπάρχει περίπτωση. Αυτοί δεν έπρεπε να σταματήσουν τον ανταρτοπόλεμο. Αν δεν τον σταματούσαν, θα είχαμε ακόμα μάχες…».



Μακελειό στο Γράμμο

Η κατάσταση άρχισε να σοβαρεύει την επόμενη χρονιά. Οι μάχες του 1948 στο Γράμμο διήρκεσαν τρεις αιματηρούς μήνες. «Πήρα μέρος σε όλες τις μάχες, σε όλα τα υψώματα.  Το βράδυ μας χτυπάγανε με τα πολυβόλα και μετά μας αρχίζανε με τα χωνιά: «Ελάτε ρε δω να χορτάσετε μουνί! (είχανε γυναίκες αυτοί). Παλιοφασίστες, κωλόπαιδα της Φρειδερίκης!». Κι εμείς τους λέγαμε: «Άντε γαμηθείτε ρε παλιομαλάκες!». Παλιόπαιδα τώρα, μες στο χαράκωμα…Εγώ σαν παιδί τα θεωρούσα αστεία όλα αυτά…Ήταν κι ένας ανθυπασπιστής ο οποίος φοβότανε στο χαράκωμα και πήγαινα όρθιος από πάνω απ’ το κεφάλι του κι έριχνα –ενώ οι άλλοι έβαζαν από απέναντι. Το έκανα για να φοβηθεί περισσότερο, κατάλαβες; Άμα είχα μυαλό, δεν θα τα ‘κανα αυτά. Αλλά όποιος φοβάται, πεθαίνει. Κι αυτός ο ανθυπασπιστής αργότερα τραυματίστηκε θανάσιμα από νάρκη ενώ περνούσε ένα ποταμάκι…».
Όταν η μνήμη ταξιδεύει στις μάχες του Γράμμου, η αφήγηση του στρατηγού γίνεται ενιαία και συνεχόμενη: «Οι μάχες ήταν πάρα πολύ σκληρές. Καταλαμβάναμε τα υψώματα με πάρα πολλά θύματα. Θυμάμαι δε μια περίπτωση όπου ένας κρητικός λοχίας –θα χει πεθάνει τώρα –παίρνει τηλέφωνο το διοικητή και λέει: «Τραυματιστήκανε όλοι οι αξιωματικοί του λόχου. Το λόχο τον έχω αναλάβει εγώ». Σα να τ’ ακούω τώρα…Και μου λέει ο διοικητής: «Σήκω, τρέξε, πάμε στο λόχο μου». Και ο λόχος είχε καταλάβει το ύψωμα, με ένα λοχία! Τέτοια πράγματα γινόντουσαν….  Πάνω από την Κοτύλη του Γράμμου υπάρχει ένας κατακόρυφος βράχος 200 μέτρα ύψος, απότομος –ούτε φίδι δεν ανέβαινε. Στην κορυφή ήταν το ύψωμα «Γούπατα» όπου έγιναν πάρα πολύ σκληρές μάχες. Και το ύψωμα πάρθηκε με προδοσία. Παρουσιάστηκε ένας αντάρτης σε έναν ψυχωμένο λοχαγό και τον οδήγησε στην κορυφή. Έτσι πήραμε τα Γούπατα. Το όνομα του λοχαγού το ξέρει άραγε κανένας; Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είπε σε ένα λόγο του πρόσφατα ότι εκεί στην Κοτύλη εκτελέσαμε 4 αντάρτισσες, τις ρίξαμε από το βράχο. Δεν είπε βέβαια ότι κι εμείς βρήκαμε ένα λοχία από το Τάγμα μας κρεμασμένο ανάποδα…».
Έπρεπε να φτάσει ο Αύγουστος του ’48 για να καταλάβουν οι στρατιώτες ποιοι ήταν εκείνοι που τους είχαν δυσκολέψει τόσο στην προώθηση και την κατάληψη των υψωμάτων: «Όταν ανεβήκαμε στα ’’Ψωριάρικα’’ τα περίφημα, βλέπω έναν αντάρτη σκοτωμένο. Του ανοίγω τη μπλούζα, στήθος γυναικείο…Κοριτσάκι! Φορούσε στρατιωτικά. Το γδύνω κι ήταν αμάλλιαστο χαμηλά! Λέω: «Κύριε διοικητά, κοιτάξτε ποιους είχαμε απέναντι!». Πιο πέρα ήταν άλλο ένα παιδάκι που είχε σκάσει από τα αέρια του βομβαρδισμού. Είχαμε απέναντί μας λόχο νεολαίας. Μας πολεμούσανε παιδάκια…Την αδελφή δε αυτής της αντάρτισσας την πιάσαμε αιχμάλωτη αργότερα και μου ‘λεγε: «Μια μέρα θα σε σφάξω εσένα. Σκοτώσατε την αδελφή μου!». Γινόντουσαν φοβερά πράγματα εκεί πέρα…».
Για την άσχημη διεξαγωγή της Μάχης του Γράμμου, το λάθος βαραίνει την κυβερνητική πλευρά που υποτίμησε τον αντίπαλο: «Οι στρατιωτικοί της εποχής βλέπανε –λανθασμένα– ότι μέχρι τότε οι συμμορίτες φεύγανε. Αλλά δεν είχαν γνώση του τι θα πει κομμουνιστής. Αυτοί πολεμούσαν σκληρά, πάρα πολύ σκληρά. Κι αντί να τελειώσει ο Γράμμος σε λίγες μέρες, κράτησε τρεις μήνες. Θυμάμαι ο διοικητής του Β’ Σώματος Στρατού, πρότεινε τότε στην κυβέρνηση Σοφούλη κατάπαυση πυρός και έναρξη συνομιλιών. Κι ο Σοφούλης που ήταν πρωθυπουργός είπε όχι...».





Ο Παπάγος και η νίκη στο Γράμμο

Ο διορισμός του Αλέξανδρου Παπάγου στην θέση του αρχιστρατήγου άλλαξε τα δεδομένα κυρίως στον ψυχολογικό τομέα. Οι στρατιώτες που την περσινή χρονιά έβριζαν τους στρατηγούς τους για ενδοτικότητα και αδυναμία εκμετάλλευσης των επιτυχιών, τώρα έβλεπαν πως θα πολεμούσαν για πρώτη φορά υπό έναν άξιο διοικητή, υπεράνω προσωπικών αντιδικιών: «Ο Παπάγος ήταν πάρα πολύ σκληρός αξιωματικός. Με πειθαρχία από τον αντιστράτηγο μέχρι τον τελευταίο φαντάρο. Και ήξερε να διαλέγει αξιωματικούς-πολεμιστές. Σκέψου, ενώ υπήρχαν αντιστράτηγοι και υποστράτηγοι αρχαιότεροι, αυτός έκανε αρχηγό σώματος στρατού το Μανιδάκη. Ο οποίος τι ήταν; Διοικητής του Συντάγματος Πυροβολικού στην Ταξιαρχία Ρίμινι. Δεν ξέρω τι προσόντα είχε ο Παπάγος, αλλά ξέρω τι εντύπωση μου έκανε εμένα σαν παιδάκι, όταν ήρθε και μας έκανε επιθεώρηση στο Νεστόριο, όλη την Ταξιαρχία. Πήγαινε μπροστά ο Παπάγος και πίσω ο «Βεντήρ-Αγάς» (ο Βεντήρης). Αισθανθήκαμε ότι επιτέλους είχαμε αρχηγό».    
Το χειμώνα του 1948-49, το Τάγμα ξεχειμώνιασε στα υψώματα του Βίτσι, από όπου το Φεβρουάριο παρακολούθησε τη Μάχη της Φλώρινας, χωρίς να μπορεί να βοηθήσει. Στην Πρεκοπάνα (Περικοπή) της Φλώρινας μια ταξιαρχία ανταρτών αναχαιτίστηκε και σχεδόν διαλύθηκε από τα συνδυασμένα πυρά ορειβατικού και πεδινού πυροβολικού. «Γέμισε με πτώματα ανταρτών το μέρος. Κι όταν ανεβήκαμε πάνω, βρήκαμε πάνω μόνο ένα φαντάρο ασυρματιστή μέσα σε ένα αμπρί ο οποίος δεν είχε πάρει χαμπάρι τίποτα! Ούτε ότι είχαν επιτεθεί ούτε ότι είχαν υποχωρήσει…».  
Το 1949 ο συσχετισμός των δυνάμεων είχε πια αλλάξει. Η υπεροπλία του Στρατού ήταν συντριπτική και μεγάλο ρόλο έπαιζαν πλέον οι μονάδες καταδρομέων (τα ΛΟΚ) και η αεροπορία. «Από το Μάγκοβιτς μας έβαζαν με όλμους των 120 χιλιοστών. Μας χτυπούσαν πάντα την ώρα που πηγαίναμε για φαγητό, συνήθως το πρωί, το μεσημέρι και το βράδυ. Και είχαμε ένα παρατηρητή ο οποίος φώναζε ΄΄έβαλλε΄΄. Και εμείς ’’μετ’ ασφαλείας’’. Η δειλία όχι μόνο δεν ήταν ανεκτή αλλά τιμωρούνταν πλέον με θάνατο, όπως συνέβη στην περίπτωση ενός λοχία που αυτοτραυματίστηκε στο πόδι για να αποφύγει τη μάχη, πέρασε από έκτακτο στρατοδικείο στο Άργος Ορεστικό και τουφεκίστηκε. Τα ίδια συνέβαιναν και στο στρατόπεδο των ανταρτών. Σε σχέση με αυτά που είχαν προηγηθεί την προηγούμενη χρονιά, οι τελευταίες μάχες ήταν ευκολότερες: «Ο Γράμμος το 1949 έπεσε σε 7 μέρες. Στις 24 Αυγούστου 1949 ήμασταν στην «Αμμούδα» του Γράμμου. Ενώ ήμασταν στη γραμμή εξορμήσεως, μας ειδοποιούν ότι είχε έρθει ο βασιλιάς. Για θάρρος. Για ηθικό. Και μετά άρχισαν 150 πυροβόλα να βάζουν όλα μαζί και ήρθε και η αεροπορία –τα Helldivers, που πρώτη φορά τα έβλεπα– με βόμβες ναπάλμ. Μαζί μας ήτανε κι ένας ταγματάρχης Εγγλέζος. Όρθιος! Μπροστά στη γραμμή, πρώτος. Τον βούτηξα να τον καθίσω κάτω να μη φάει καμιά σφαίρα. Εκεί, στα συρματοπλέγματα οι αντάρτες πολεμούσαν. Τα σηκώναμε απάνω ή τα κόβαμε με ψαλίδι. Και απ’ τα πολυβολεία τους βγάζαμε με ΠΙΑΤ και φλογοβόλα. Τους καίγαμε…Θυμάμαι στο Τσάρνο, όπως ήταν μια στροφή δρόμου, υπήρχε ένα αντιαρματικό πυροβολείο που δεν άφηνε κανένα άρμα να περάσει. Τότε μας είχαν φέρει τα 106χστ. Και πήγε ένας φανταράκος με 106 και με το πρώτο-δεύτερο βλήμα, τον τραυμάτισε θανάσιμα το συμμορίτη. Τον τίναξε στο βράχο…». Το 601 Τάγμα ήταν παρόν και την τελευταία μέρα της δεύτερης Μάχης του Γράμμου, την τελευταία μέρα του Εμφυλίου Πολέμου: «Όταν έπεσαν όλα τα υψώματα, στις 29 Αυγούστου, φωτίστηκε όλη η γραμμή στο Γράμμο και το Βίτσι με φωτοβολίδες, φωτιστικά και τροχιοδεικτικές. Όλη τη νύχτα! Τι να έβλεπες; Πανηγύρι όλη τη νύχτα. Δεν αφήσαμε σφαίρα για σφαίρα. Δεν κοιμήθηκε κανένας. Τα επινίκεια!».     
Για το συνομιλητή μας, βετεράνο των μαχών του Εμφυλίου αλλά και όλων των μεταπολεμικών γεγονότων, η πολιτική ερμηνεία της εμφύλιας σύγκρουσης είναι πολύ συγκεκριμένη: το ΚΚΕ είναι κόμμα «του εγκλήματος και της προδοσίας», ο πόλεμος που άρχισε το 1946 και έληξε το 1949 ήταν «συμμοριτοπόλεμος» και οι αντάρτες «συμμορίτες». Κατά τη γνώμη του, εκτός από τη στρατιωτική ανωτερότητα, ο όρος «συμμοριτοπόλεμος» δίνει και την πραγματική «εθνική» διάσταση της σύγκρουσης: «Το 25 με 50% από τους συμμορίτες ήταν Σλαβομακεδόνες. Για αυτό τους λέγαμε και τους λέμε συμμορίτες». Ισχυρίζεται μάλιστα πως, σε αντίθεση με το ΔΣΕ, ο Εθνικός Στρατός σεβόταν κατά κανόνα τους αιχμαλώτους, γεγονός που αποδεικνύεται και από την προσωπική του εμπειρία: «Το ’49 το Μάιο μήνα ήμασταν σε ένα ύψωμα, «Κούτσουρο» το λέγανε. Είχαμε δύο συμμορίτισσες αιχμάλωτες στο χαράκωμα. Εμείς, παιδιά 20 χρονών τώρα, βλέπαμε τις γυναίκες όπως τις βλέπαμε…Το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να τους ρίξω ψειρόσκονη. Αυτές φοβηθήκανε. «Τι φοβάστε ρε; Ξαπλώστε εδώ χάμω να κοιμηθείτε». Κατά τις 03.00 μας επιτέθηκαν οι συμμορίτες. Αυτές τρέμανε…Εγώ βγήκα στο χαράκωμα και με το αυτόματο γερμανικό, άρχισα να βάζω. Αυτοί δεν επέμεναν γιατί δέχτηκαν σφοδρά πυρά και υποχώρησαν. Τον επόμενο Σεπτέμβριο, στο Άργος Ορεστικό, δυο κορίτσια σαν τα κρύα τα νερά με χαιρετάνε! «Ρε κορίτσια, τι αλλαγή είναι αυτή;», «Δε σε ξεχνάμε, λέει, από το Κούτσουρο, για τη συμπεριφορά σου, που δε μας πείραξες». Οι άλλοι όμως δεν κρατούσαν αιχμαλώτους, μας σκοτώνανε...Με βάση τα επίσημα στοιχεία, έχουμε 4.101 στρατιωτικούς αγνοούμενους»  Κλείνοντας τη συνέντευξη, με καλεί να σκεφτώ πως οι πολιτικοί που σήκωσαν το μεγαλύτερο βάρος και κόστος της εμφύλιας αντιπαράθεσης, δεν ανήκαν «στους επάρατους της δεξιάς» αλλά ήταν ακραιφνείς δημοκράτες, όπως ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο Σοφοκλής Βενιζέλος, ο Θεμιστοκλής Σοφούλης και ο Νικόλαος Πλαστήρας.


Η συνέντευξη δόθηκε στο Μαρούσι, στις 28 Δεκεμβρίου 2010

            

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου